Πόσο θωρακισμένη απέναντι στην ενεργειακή κρίση είναι η Ελλάδα

Χειμώνας δύο ταχυτήτων για τις τιμές ενέργειας στην Ευρώπη

Του Χάρη Φλουδόπουλου

Σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για μια νέα ενεργειακή κρίση, η Ελλάδα εμφανίζεται –τουλάχιστον σε όρους επάρκειας– σημαντικά πιο θωρακισμένη σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις. Ωστόσο, το μεγάλο “αγκάθι” δεν είναι η διαθεσιμότητα καυσίμων, αλλά το κόστος τους το οποίο ήδη μεταφέρεται με ταχύτητα στην πραγματική οικονομία.

Επάρκεια χωρίς ρίσκο – Το νέο ενεργειακό τοπίο

Σε αντίθεση με το 2022, όταν η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο διακοπής ροών φυσικού αερίου, σήμερα η εικόνα είναι σαφώς πιο σταθερή. Πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός κίνδυνος επάρκειας ούτε για το πετρέλαιο ούτε για το φυσικό αέριο.

Η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, με την ενίσχυση των εισαγωγών LNG, τη λειτουργία της Ρεβυθούσας σε υψηλά επίπεδα και τη συμβολή νέων υποδομών, έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας. Παράλληλα, οι στρατηγικές αποθήκες πετρελαίου και η λειτουργία της διεθνούς αγοράς διασφαλίζουν την απρόσκοπτη τροφοδοσία.

Με άλλα λόγια, ακόμη και σε ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης, η χώρα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα φυσικής διαθεσιμότητας καυσίμων.

Ο πραγματικός κίνδυνος: Οι τιμές

Το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού: στην εκρηκτική άνοδο των τιμών. Ήδη, η πίεση είναι εμφανής στην αγορά καυσίμων, με τη βενζίνη να κινείται πάνω από τα 2 ευρώ ανά λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης να προσεγγίζει τα ίδια επίπεδα, ακολουθώντας την ανοδική πορεία των διεθνών τιμών πετρελαίου.

Η αύξηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους καταναλωτές, αλλά επηρεάζει συνολικά το κόστος μεταφορών και, κατ’ επέκταση, το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας, τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Το φυσικό αέριο “σπρώχνει” το ρεύμα προς τα πάνω

Ανάλογη δυναμική αρχίζει να καταγράφεται και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου –που παραμένει καύσιμο-βάσης για την ηλεκτροπαραγωγή– ήδη αποτυπώνεται στη χονδρεμπορική αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος τον Μάρτιο διαμορφώνεται στα 91,96 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 78,35 ευρώ τον Φεβρουάριο, καταγράφοντας σημαντική αύξηση μέσα σε μόλις έναν μήνα.

Η εξέλιξη αυτή προμηνύει πιέσεις και στη λιανική αγορά, ιδίως για τα κυμαινόμενα τιμολόγια, εφόσον η ανοδική τάση διατηρηθεί.

ΑΠΕ: Το βασικό “ανάχωμα”

Σημαντικό αντίβαρο στις αυξήσεις αποτελεί η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Το τελευταίο διάστημα, το μερίδιο των ΑΠΕ ξεπερνά το 50%, περιορίζοντας την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και, κατ’ επέκταση, από τις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ λειτουργεί ως “μαξιλάρι”, συγκρατώντας το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και απορροφώντας μέρος των κραδασμών από την άνοδο του φυσικού αερίου.

Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν είναι απόλυτη. Σε περιόδους χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ ή αυξημένης ζήτησης, το σύστημα εξακολουθεί να βασίζεται σε μονάδες φυσικού αερίου, γεγονός που επαναφέρει την έκθεση στις διεθνείς τιμές.

Η επόμενη ημέρα

Συνολικά, η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα φάση ενεργειακής αβεβαιότητας με ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με το παρελθόν. Η επάρκεια καυσίμων δεν αποτελεί ζήτημα, γεγονός που διαφοροποιεί ποιοτικά τη σημερινή κρίση.

Ωστόσο, η μάχη μεταφέρεται πλέον στο πεδίο των τιμών. Η διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας δεν αρκεί, εάν συνοδεύεται από υψηλό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, το μεγάλο στοίχημα για την πολιτεία και την αγορά είναι διπλό: αφενός η περαιτέρω ενίσχυση των ΑΠΕ και των υποδομών και αφετέρου η λήψη στοχευμένων μέτρων για την απορρόφηση των αυξήσεων, ώστε να περιοριστεί ο αντίκτυπος στην οικονομία.
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ