ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23.30
Στη βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης BBB διατήρησε την Ελλάδα η Scope Ratings, με τον οίκο να επιβεβαιώνει ως θετικές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Όπως επισημαίνει ο γερμανικός οίκος, η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας υποστηρίζεται από τους εξής παράγοντες: i) ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία έχουν θέσει τον δείκτη του δημόσιου χρέους σε σταθερά πτωτική πορεία· ii) ευνοϊκή δομή του δημόσιου χρέους, με μεσαίες και μεγάλες διάρκειες, κυρίως σταθερά επιτόκια, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλό μερίδιο χρηματοδότησης από τον δημόσιο τομέα· και iii) ισχυρή θεσμική στήριξη από την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της αξιόπιστης νομισματικής και ρευστότητας στήριξης του Ευρωσυστήματος, παράλληλα με τη χρηματοδότηση της ΕΕ στο πλαίσιο του προγράμματος NextGenerationEU που υποστηρίζει τις επενδύσεις, την ενεργειακή μετάβαση και την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.
Οι προκλήσεις σχετίζονται με: i) το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο παραμένει “αγκάθι” παρά τη φθίνουσα τάση του, καθώς η βραδύτερη ανάπτυξη και το κόστος από τη γήρανση του πληθυσμού πιθανόν θα επιβραδύνουν τη μείωση του χρέους με την πάροδο του χρόνου, ii) διαρθρωτικούς περιορισμούς στη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις, και iii) εξωγενείς ανισορροπίες, που αποτυπώνονται στα επαναλαμβανόμενα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και στη μεγάλη αρνητική καθαρή θέση διεθνών επενδύσεων, ενώ παράλληλα η οικονομία εξαρτάται από τις υπηρεσίες και είναι εκτεθειμένη σε εξωγενείς κλυδωνισμούς.
Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και η ευνοϊκή ονομαστική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής ανάπτυξης της τάξης του 1,75% την περίοδο 2025-2030, ενισχύουν την άποψη της Scope ότι ο δείκτης χρέους της Ελλάδας θα μειωθεί σημαντικά μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Scope, το δημόσιο χρέος θα μειωθεί από περίπου 145% του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 127% έως το 2030, με σταδιακή αποκλιμάκωση γύρω στο 120% του ΑΕΠ έως το 2035, υποστηριζόμενο από σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση.
Οι δημοσιονομικές προοπτικές της Ελλάδας επωφελούνται επίσης από ένα πολύ ευνοϊκό προφίλ χρέους, με εξαιρετικά μακρές λήξεις, ως επί το πλείστον σταθερά επιτόκια και μεγάλο μερίδιο χρηματοδότησης από τον δημόσιο τομέα, γεγονός που περιορίζει τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. Τα ταμειακά αποθέματα του δημόσιου τομέα και η βελτίωση του τραπεζικού τομέα ενισχύουν περαιτέρω τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα της χώρας.
Η Scope σημειώνει ωστόσο ότι οι προκλήσεις για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους παραμένουν. Ο ρυθμός μείωσης του χρέους αναμένεται να επιβραδυνθεί μετά το 2030, καθώς η ανάπτυξη μετριάζεται, οι δαπάνες που σχετίζονται με τις δημογραφικές πιέσεις αυξάνονται και το κόστος των τόκων ενισχύεται σταδιακά. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, το χρέος θα μειωθεί σταδιακά κοντά στο 120% του ΑΕΠ έως το 2035, με το βάρος του να μένει υψηλό για μεγάλη περίοδο.
Το σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά την ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών ενέργειας, παράλληλα με ένα παραγωγικό μοντέλο που βασίζεται στον τουρισμό και τις εισροές ξένων κεφαλαίων. Η διατήρηση της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, διαρκείς επενδύσεις πέραν της περιόδου του Ταμείου Ανάκαμψης και περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας, αναφέρει η Scope.
Τέλος, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλότερων τιμών ενέργειας, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, θα επιβάρυνε πιθανότατα δυσανάλογα την Ελλάδα δεδομένης της σχετικά υψηλής εξάρτησής της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, επηρεάζοντας αρνητικά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Η πρόσφατη θέσπιση προσωρινών πλαφόν στις τιμές επισημαίνει αυτή την έκθεση της Ελλάδας και σηματοδοτεί πιθανούς δημοσιονομικούς κινδύνους εάν οι πιέσεις επιμείνουν, αν και ο άμεσος δημοσιονομικός αντίκτυπος παραμένει περιορισμένος, καθώς τα μέτρα βασίζονται σε περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους και όχι σε άμεσες επιδοτήσεις, σημειώνει ο οίκος.
Το θετικό outlook αντανακλά την εκτίμηση της Scope είναι πιθανή η αναβάθμιση της αξιολόγησης στους επόμενους 12-18 μήνες.
Παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση
Αναβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει αν υπάρξει:
i) Bιώσιμη και ουσιαστική μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, υποστηριζόμενη από συνεχιζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και συνετή δημοσιονομική διαχείριση και/ή
ii) Βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης και ενίσχυση της εξωτερικής ανθεκτικότητας, που αντικατοπτρίζονται στη συνεχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, στην αύξηση των επενδύσεων, στη διαρκή βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ή στη συνεχή ενίσχυση του τραπεζικού τομέα και του πλαισίου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Υποβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει αν υπάρξει:
i) Στασιμότητα ή αντιστροφή της μείωσης του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, λόγω αδύναμη δημοσιονομικής πειθαρχίας ή δυσμενούς ανάπτυξης, και/ή
ii) Αποδυνάμωση της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας, που αντικατοπτρίζεται σε σημαντική επιδείνωση των εξωτερικών ισοζυγίων ή σε νέα αύξηση των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα.
Επόμενες αξιολογήσεις
Επόμενος σταθμός η 24η Απριλίου όπου θα είναι η σειρά της Standard & Poor’s να ανακοινώσει την ετυμηγορία της για να ακολουθήσει ο οίκος Fitch στις 8 Μαΐου.
Ο νέος γύρος αξιολογήσεων θα ξεκινήσει το φθινόπωρο. Η αρχή θα γίνει στις 4 Σεπτεμβρίου με τον οίκο DBRS, ενώ στις 18 Σεπτεμβρίου είναι προγραμματισμένες οι ανακοινώσεις των αξιολογήσεων της Moody’s και της Scope. Το έτος θα κλείσει με την Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Πηγή: capital.gr





