Περιορισμένη η δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να…

Οικονομολόγοι ΕΚΤ: Περιορισμένη η δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη - Ο λόγος

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν περιορισμένες δυνατότητες να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη, παρά την αξιοσημείωτη ανάκαμψη της Ελλάδας και των τραπεζών της από την οικονομική κρίση που τις έπληξε πριν από μια δεκαετία κι ο λόγος είναι το ότι το μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος παραμένει μεγάλο, κι ας βρίσκεται εκτός του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό αναφέρουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ Martin Bijsterbosch, Diego Moccero, Δάφνη Μομφεράτου, Marta Rodríguez Vives and Giacomo Pongett σε άρθρό τους που δημοσιεύεται σήμερα στο ιστολόγιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.  

Οι οικονομολόγοι στο άρθρό τους συγκεκριμένα τονίζουν ότι ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έλαβε δάνεια διάσωσης κατά τη διάρκεια της κρίσης, καθώς υπέστη μεγάλες απώλειες από τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, την αύξηση των κόκκινων δανείων και την απότομη πτώση των καταθέσεων μεταξύ 2010 και 2015.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPL), σημειώνουν, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 50% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων των ελληνικών τραπεζών, οι καταθέσεις τους μειώθηκαν στο μισό και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπέστησαν ζημίες πολλών δισεκατομμυρίων από το “κούρεμα” των ελληνικών ομολόγων που κατείχαν.

Καθώς οι μακροοικονομικές συνθήκες σταθεροποιήθηκαν και η εμπιστοσύνη επέστρεψε, οι τράπεζες επωφελήθηκαν από την ενίσχυση της ρευστότητας, είχαν άνοδο κερδών και ενίσχυσαν τα κεφάλαιά τους, αναφέρει το άρθρο που δεν απηχεί απαραίτητα την άποψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

“Οι ελληνικές τράπεζες είναι και πάλι σε θέση να χρηματοδοτήσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κάτι που υποστηρίζει τις επενδύσεις. Τα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες έχουν αυξηθεί σημαντικά και τα στεγαστικά δάνεια ανακάμπτουν”, τονίζουν  οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ.

Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, η Εθνική Τράπεζα, η Eurobank, η Πειραιώς και η Alpha Bank, ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους σχεδόν 5 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2025, χάρη στην άνοδο της πιστωτικής επέκτασης και τα αυξημένα έσοδα από προμήθειες.

Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPE) τους μειώθηκε κάτω από το 4%, πλησιάζοντας τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το 2024, η κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε πλήρως τις τέσσερις τράπεζες, οι οποίες διασώθηκαν με 50 δισεκατομμύρια ευρώ κρατικού χρήματος την προηγούμενη δεκαετία, και η ΕΚΤ ενέκρινε αίτημα για επανέναρξη των πληρωμών μερισμάτων μετά από 16 χρόνια.

Το 2019 η Ελλάδα δημιούργησε μια δευτερογενή αγορά επισφαλών δανείων και ένα σύστημα προστασίας περιουσιακών στοιχείων, βοηθώντας τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να πουλήσουν κόκκινα δάνεια ύψους 57 δισεκατομμύρια ευρώ.

Έτσι  μεγάλο μέρος των προβληματικών δανείων πέρασε σε servicers, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να εξακολουθήσουν να έχουν υψηλό χρέος και κατ’ ουσίαν να αποκλείονται από τον τραπεζικό δανεισμό, “περιορίζοντας έτσι την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη”, επισημαίνει η ανάρτηση.

“Τα εμπλεκόμενα περιουσιακά στοιχεία ισοδυναμούν με περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Ελλάδας. Η αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου όγκου προβληματικών δανείων παραμένει μια από τις πιο δύσκολες προκλήσεις”, καταλήγει το άρθρο. 

Πηγή: Reuters
   

 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ