Scope Ratings: Στο μικροσκόπιο σήμερα η ελληνική οικονομία –

ΕΕ: Πράσινο φως για ευελιξία – Η Αθήνα ετοιμάζει μέτρα στήριξης για την ενέργεια

Η τρίτη -κατά σειρά- αξιολόγηση για την ελληνική οικονομία αναμένεται να δοθεί σήμερα στη δημοσιότητα από τον οίκο Scope Ratings. Την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται και οι οικονομικές συνέπειες πολλαπλασιάζονται, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σημερινή αξιολόγηση του οίκου, ο οποίος έπεται της Moody’s (13 Μαρτίου) και της DBRS (6 Μαρτίου). Με τις συνθήκες που επικρατούν σε παγκόσμιο επίπεδο φαντάζει ιδιαιτέρως δύσκολο να υπάρξει κάποια αναβάθμιση, όπως δεν υπήρξε και από τους δύο προαναφερόμενους οίκους. Πάντως, η φρασεολογία που αναμένεται να χρησιμοποιήσει η Scope Ratings θα δείξει τις προθέσεις της αλλά και τα προβλήματα που έχει η ελληνική οικονομία και δεν έχουν ακόμη διορθωθεί.

Τι «είδε» η Scope Ratings

Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι τη θετική δυναμική, αλλά και τις δομικές αδυναμίες που εξακολουθεί να έχει η Ελλάδα, τόνισε η Scope, η οποία προχώρησε στην αλλαγή του outlook σε «Θετικό», χωρίς όμως να κάνει κάποια αλλαγή στην βαθμίδα (ΒΒΒ), κατά τον περασμένο Νοέμβριο. Ουσιαστικά, ο οίκος σήμανε ότι η επόμενη κίνηση θα μπορούσε να είναι η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας, υπό την προϋπόθεση όμως να διατηρηθεί η σημερινή πορεία σε κρίσιμους τομείς. Ωστόσο, η πολεμική συνθήκη ίσως να δημιουργεί αναχώματα για κάτι τέτοιο

Το τριπλό «στοίχημα» για την Ελλάδα, δηλαδή, είναι ότι, εφόσον συνεχιστεί η δημοσιονομική πειθαρχία, η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις και η μείωση του χρέους, η επόμενη αναθεώρηση μπορεί να οδηγήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας. Αντίθετα, μια χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής ή μια επιβράδυνση της ανάπτυξης θα μπορούσε να ανακόψει αυτή τη θετική πορεία.

Η προηγούμενη αξιολόγηση της Scope, επί της ουσίας, είναι μια…από τα ίδια αυτών που τονίζουν για την ελληνική οικονομία όλοι, σχεδόν, οι οίκοι που την αξιολογούν. Ότι επιδεικνύει αυξημένη ανθεκτικότητα, τη διατηρήσιμη δημοσιονομική βελτίωση και σταθερή καθοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ωστόσο, η Scope, όπως και οι μέχρι τώρα αξιολογήσεις, επισημαίνουν ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις που περιορίζουν την πιστοληπτική της αναβάθμιση στο άμεσο μέλλον.

Δομικές αδυναμίες

Έτσι, η Scope συμφώνησε τον περυσινό Νοέμβριο με τους άλλους οίκους, ότι οι δομικές αδυναμίες της Ελλάδας είναι:

– Πρώτον, παρά τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους από το ανώτατο επίπεδό του το 2020, περίπου στο 206% του ΑΕΠ, το βάρος του χρέους της Ελλάδας παραμένει το υψηλότερο στην ευρωζώνη, στο 145% του ΑΕΠ το 2025. Αυτό το υψηλό επίπεδο δανεισμού εξακολουθεί να περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο της χώρας.

Ωστόσο, η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους, με μακρές λήξεις, κυρίως σταθερά επιτόκια και χαμηλές ανάγκες αναχρηματοδότησης, στηρίζει τη βιωσιμότητά του. Η Scope εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται σταδιακά έως το 2030, υποστηριζόμενος από διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και μέτρια ονομαστική ανάπτυξη.

– Δεύτερον, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικούς περιορισμούς στη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως τη στενή παραγωγική βάση με υψηλή εξάρτηση από υπηρεσίες (τουρισμός και ναυτιλία). Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως των γυναικών και ηλικιωμένων εργαζομένων, παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η γήρανση του πληθυσμού, η πτώση των γεννήσεων και η “διαρροή” εξειδικευμένων νέων περιορίζουν το δυνητικό αναπτυξιακό δυναμικό.

Αυτές οι διαρθρωτικές αδυναμίες υπογραμμίζουν τη σημασία της διατήρησης της μεταρρυθμιστικής δυναμικής στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με έμφαση στην ψηφιοποίηση, την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και οι επενδύσεις.

– Τρίτον, οι εξωτερικές ευπάθειες και οι υπολειπόμενες προκλήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα εξακολουθούν να περιορίζουν τη μακροπρόθεσμη μακροοικονομική βιωσιμότητα της χώρας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 7,1% του ΑΕΠ το 2024, από 6,8% το 2023, αντικατοπτρίζοντας την ασθενή ζήτηση στην ευρωζώνη και την αύξηση των εισαγωγών λόγω της ενισχυμένης επενδυτικής δραστηριότητας.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ