Επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, κατά το οποίο αυξήθηκε το ποσοστό των πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας λόγω αύξησης των ατόμων που υπόκεινται σε σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα της στατιστικής υπηρεσίας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC), έτους 2025, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2024:
Σοβαρή Υλική και Κοινωνική στέρηση
Το ποσοστό του πληθυσμού που στερείται τουλάχιστον 7 από έναν κατάλογο 13 αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή ο δείκτης που υπολογίζει το “ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσειςΕυρώπη 2030”) ανέρχεται σε 14,9%.
Συγκεκριμένα, η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση το 2025 (δείκτης “Ευρώπη 2030”) αυξήθηκε κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (14%) στο σύνολο του πληθυσμού.
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης για τα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών, η οποία ανέρχεται σε 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (15,9%) σε σχέση με το 2024 (13,9%).
Όσον αφορά στην ηλικιακή ομάδα των ατόμων 65 ετών και άνω, παρατηρείται αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (14,1%) σε σχέση με το 2024 (12,8%).
Στις ηλικίες 18 έως 64 ετών παρατηρείται αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (15%) σε σχέση με το 2024 (14,4%).
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, διαπιστώνεται κυρίως η οικονομική αδυναμία του πληθυσμού να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα έπιπλα (55,6%), να πληρώσουν το ενοίκιο ή τη δόση δανείου ή τους πάγιους λογαριασμούς (41,8%), να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες (50,5%) ή να πληρώσουν για μια εβδομάδα διακοπών (46,6%).
Υλική στέρηση αναφορικά με τις βασικές ανάγκες και τις συνθήκες στέγασης
Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται το 2025 σε 28,3% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 26,6% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 35,3% για τον φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου το 2025 είναι μεγαλύτερο για την ηλικιακή ομάδα έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 42,9% για το σύνολο αυτού του πληθυσμού, σε 38,9% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 56,3% για τον φτωχό πληθυσμό.
Το 41,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 5,7%.
Το 99,9% του φτωχού πληθυσμού και το 38,5% του μη φτωχού δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 500 ευρώ.
Το 82,5% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει αδυναμία πληρωμής μίας εβδομάδας διακοπών. Το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 37,8%.
Το 35,9% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 13,7%.
Το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 26,4%, ενώ το ποσοστό για τον φτωχό και για τον μη φτωχό πληθυσμό είναι 82,6% και 12,7%, αντίστοιχα.
Το 35,3% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων. Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 53% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 31,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό.
Το 66,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ., ενώ για τον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 23,5%.
Το 67,6% του φτωχού πληθυσμού και το 27,2% των μη φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.
Ποσοστό 20,2% του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω θορύβου από τους γείτονες ή τον δρόμο.
Οικονομική δυνατότητα σχετικά με τις κοινωνικές δραστηριότητες πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω
Αναφορικά με την υλική στέρηση που σχετίζεται με την οικονομική δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών σχετικών με κοινωνικές δραστηριότητες – για άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω – προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα:
Tο 27,3% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, όπως αθλητισμό, σινεμά κ.λπ. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 53,2% και 21,2%.
Tο 34,3% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για τον εαυτό του ή για κάποιο χόμπι. Το ποσοστό εκτιμάται σε 60,5% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 28,1% για τον μη φτωχό πληθυσμό.
Υγεία πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω
Το 7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,5% μέτρια, ενώ το 78,5% πολύ καλή ή καλή υγεία.
Το 24% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας.
Το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο είχε περιορίσει, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες, συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 9,1% τις είχε περιορίσει, αλλά όχι πάρα πολύ.
To 21,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, που χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε θεραπεία, αλλά δεν υποβλήθηκε σε αυτήν για οποιοδήποτε λόγο. Τα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 32,8% και 18,6%, αντίστοιχα.
Το 20% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία δήλωσε ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτήν λόγω οικονομικών δυσκολιών, μεγάλης λίστας αναμονής ή απόστασης από τον γιατρό.
To 30,5% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, που χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας, δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε θεραπεία, αλλά δεν υποβλήθηκε σε αυτήν για οποιοδήποτε λόγο. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 55,4% και 26,2%.
Το 24,3% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω που χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία δήλωσε ότι δεν υποβλήθηκε σε αυτήν λόγω οικονομικών δυσκολιών, μεγάλης λίστας αναμονής ή απόστασης από τον γιατρό.
Ευημερία πληθυσμού
Πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του, δηλώνει το 4,4% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, ενώ καθόλου ικανοποιημένο δηλώνει το 0,6%.
Πολύ ικανοποιημένο από τη ζωή του (βαθμοί 7 έως 9 της κλίμακας), δηλώνει το 62,0%5 του πληθυσμού 16 ετών και άνω.
Ποσοστό 21,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει καθόλου έως λίγο ικανοποιημένο (βαθμοί 0 έως 4 της κλίμακας) από τη ζωή του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 6,6%. Πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του δηλώνει το 3,2% του φτωχού πληθυσμού και το 4,7% του μη φτωχού πληθυσμού.
Πλήρη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, δηλώνει το 0,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, ενώ καθόλου εμπιστοσύνη στους ανθρώπους δηλώνει το 5,3%
Μεγάλη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους (βαθμοί 7 έως 9 της κλίμακας), δηλώνει το 28,4% του πληθυσμού 16 ετών και άνω.
Ποσοστό 34,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται τους άλλους καθόλου ή τους εμπιστεύεται λίγο (βαθμοί 0 έως 4 της κλίμακας), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχεται σε 34,2%. Πλήρη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους δηλώνει το 1,1% του φτωχού πληθυσμού και το 0,6% του μη φτωχού πληθυσμού.
Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό
Με βάση τα στοιχεία ξεχωριστής έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ “Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2025”, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 27,5% του πληθυσμού της Χώρας (2.797 χιλ. άτομα), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%).
Στο πλαίσιο του προγράμματος “Ευρώπη 2030”, αναφορικά με την καταπολέμηση της φτώχειας, έχει τεθεί ως στόχος “να μειωθούν κατά 15 εκατομμύρια τα άτομα που βρίσκονται ή που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια να είναι παιδιά”, έως το έτος 2030.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (29,6%), αυξημένος σε σχέση με το 2024 (27,9%).
Το ποσοστό πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας υπολογίζεται σε 7,6% επί του συνόλου του πληθυσμού αυτής της ομάδας ηλικιών, εμφανίζοντας μείωση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το έτος 2024. Το ποσοστό για τους άνδρες ανέρχεται σε 6,9% και για τις γυναίκες σε 8,4%.
Σε δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές – NUTS 1 – (Αττική, Νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της Χώρας, ενώ στις άλλες δύο Μεγάλες Γεωγραφικές Περιοχές (Βόρεια Ελλάδα, Κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.
Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού νοικοκυριών με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 36,1%, ενώ των νοικοκυριών δύο ενηλίκων με ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 22,1%.
Ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού που διαβιεί σε ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις ανέρχεται σε 22,5%, σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις σε 26,3%, ενώ σε ενοικιασμένη σε τιμές αγοράς κατοικία σε 30,6%.
Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας και κατώφλι κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις
Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της Χώρας εκτιμήθηκε σε 21.724 ευρώ.
Το έτος 2025 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος το έτος 2024), το 19,6% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, παραμένοντας σταθερό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 896 χιλ. σε σύνολο 4.286 χιλ. νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.991 χιλ. στο σύνολο των 10.158 χιλ. ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της Χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Ο κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,8%, σημειώνοντας αύξηση κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (22,4%), ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18-64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 18,2% (19,1% το 2024) και 20,9% (18,8% το 2024), αντίστοιχα.
Ο κίνδυνος φτώχειας, υπολογιζόμενος με κατώφλια διαφορετικά του 60% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ανέρχεται σε:
• 6,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος,
• 11,7%, αν το κατώφλι οριστεί στο 50% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος και
• 25,3%, αν το κατώφλι οριστεί στο 70% του διάμεσου συνολικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, αντίστοιχα.
Σημειώνεται ότι όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο εκπαίδευσης τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας. Για το έτος 2025, ο κίνδυνος φτώχειας εκτιμάται σε 29,9% για όσους έχουν ολοκληρώσει προσχολική, πρωτοβάθμια και το πρώτο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε 18,3% για όσους έχουν ολοκληρώσει το δεύτερο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σε 7,1% για όσους έχουν ολοκληρώσει το πρώτο και το δεύτερο στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους εργαζομένους 18-64 ετών ανέρχεται σε 9,7%, σημειώνοντας μείωση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το έτος 2024. Μείωση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες παρουσίασε το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τις εργαζόμενες γυναίκες 18-64 ετών, και μείωση κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό για τους εργαζόμενους άνδρες αυτής της ηλικιακής ομάδας, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 6,5% και 12%.
Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 9,1%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 21,4%.
Κοινωνικές μεταβιβάσεις και κίνδυνος φτώχειας
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 43,9% ενώ, όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα, μειώνεται στο 23,2%.
Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας, ή και εκπαιδευτικές παροχές.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 19,6%, ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 20,7 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Βάθος (χάσμα) του κινδύνου φτώχειας
Το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας αναφέρεται στην εισοδηματική κατάσταση των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας. Για την εκτίμησή του υπολογίζεται η διαφορά μεταξύ του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας για το σύνολο του πληθυσμού και του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του φτωχού πληθυσμού, η οποία εκφράζεται ως ποσοστό επί του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας.
Για το έτος 2025, το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας ανήλθε σε 21,7% του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας, σημειώνοντας μείωση κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Με βάση το ποσοστό αυτό, εκτιμάται ότι το 50% των φτωχών κατέχουν εισόδημα μικρότερο από το 78,3% του κατωφλίου του κινδύνου φτώχειας (το οποίο ανέρχεται σε 7.020 ευρώ), δηλαδή κάτω από 5.496,6 ευρώ, ετησίως, ανά άτομο.
Το βάθος (χάσμα) κινδύνου φτώχειας το έτος 2016 ανήλθε σε 31,9% σημειώνοντας τη μεγαλύτερη τιμή των τελευταίων ετών. Έκτοτε, παρουσιάζει μείωση, εκτός από το έτος 2020 που εμφάνισε μικρή αύξηση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, και το έτος 2024 οπότε σημείωσε αύξηση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023.
* Δείτε αναλυτικά τις δύο εκθέσεις της ΕΛΣΤΑΤ δεξιά στη στήλη Σχετικά Αρχεία
Πηγή: capital.gr





