Σχεδόν όλοι οι ηγέτες που προκάλεσαν μεγάλους πολέμους κατέληξαν στην πλευρά των ηττημένων. Η Γερμανία ισοπεδώθηκε σε δύο Παγκόσμιους Πολέμους και οι ΗΠΑ έχασαν σε Βιετνάμ, Αφγανιστάν και Ιράκ. Ο σημερινός πόλεμος στο Ιράν επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά μια παλιά ασθένεια. Ποια είναι αυτή, όμως και γιατί ο Τραμπ την καθιστά πιο επικίνδυνη;
Υπενθυμίζεται ότι σχεδόν 60.000 Αμερικανικά στρατεύματα χάθηκαν στον Πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ η οι ΗΠΑ δεν κέρδισαν τίποτα σε πολιτικό επίπεδο. Οι άνθρωποι που ώθησαν τους Αμεριακανούς προέδρους, Κένεντι, Τζόνσον και Νίξον να εμπλακούν ήταν πανέξυπνοι: Αξιωματούχοι σαν τoν Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας McGeorge Bundy, τον υπουργό Άμυνας Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα, τον υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ, τους συμβούλους Ουόλτ Ρόστοου και Μάξγουελ Ντ. Τέιλορ.
Τη δεκαετία του 1970 όμως ένας λαμπρός δημοσιογράφος, ο Ντέιβιντ Χάλμπερσταμ τους έβαλε στο μικροσπόπειο για να καταλάβει πως είναι δυνατόν να τα έκαναν θάλασσα τέτοια άτομα;
Συμπέρανε το εξής: Ήταν πρόσωπα με υπερβολική αυτοπεποίθηση με ακαδημαϊκές περγαμηνές και αξιοζήλευτα βιογραφικά. Ήταν έξυπνοι, οξυδερκείς και αλαζόνες. Είχαν φοιτήσει στα σωστά πανεπιστήμια και είχαν παντρευτεί τους «σωστούς» ανθρώπους, ήταν αυτό που λέμε το «το κατεστημένο».
O Χάλμπερσταμ αποκάλυψε τα χαρακτηριστικά πάνω στους παραπάνω που οδηγήσαν στην καταστροφή. «Παρά όλη τη λαμπρότητα, την ύβρη και την αίσθηση ανωτερότητας που είχαν δεν ήταν πρόθυμοι να κοιτάξουν και να μάθουν από το παρελθόν». Έτσι, «είχαν επαινεθεί ως οι καλύτεροι και οι λαμπρότεροι μιας γενιάς και όμως… ήταν οι αρχιτέκτονες ενός πολέμου που εγώ και πολλοί άλλοι θεωρούσαμε τη μεγαλύτερη τραγωδία που έπληξε αυτή τη χώρα μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο».
«Αν οι ηγέτες ήταν πολύ έξυπνοι, δεν θα άρχιζαν πολέμους όπου δεν μπορούν να νικήσουν» ανέφερε σε έρευνά του για τους ηγέτες ο Αμερικανός καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Dean Simonton («Ποιοι Γινονται Μεγαλοι Της Ιστοριας Και Γιατι»‘). «Αυτό που καθιστά ιδιαίτερα αινιγματικά αυτά τα επακόλουθα είναι το γεγονός ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από ένα μόνο άτομο. Αντίθετα, οι ολέθριες αποφάσεις λαμβάνονται μετά από συζητήσεις στις οποίες συμμετέχουν οι σημαντικότεροι διαμορφωτές της πολιτικής μιας χώρας».
Ομαδοσκέψη: Η ασθένεια του Λευκού Οίκου
Ο Αμερικανός καθητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Τζούλιαν Ζέλιζερ, λέει πως όλοι οι παραπάνω διαπνέονταν από του φόβους του Ψυχρού Πολέμου, την ιδεοληψία τη απώλειας της Κίνας από τους κομμουνιστές το 1949, απομακρύνοντάς τους έτσι από την προοπτική των διαπραγματεύσεων αντί στρατιωτικής δράσης.
«Παρά την εξειδίκευσή τους στις διεθνείς σχέσεις, αυτοί οι άνδρες συχνά δεν διέθεταν βαθιά κατανόηση των χωρών με τις οποίες εμπλέκονταν οι ΗΠΑ. Έβλεπαν τη Νοτιοανατολική Ασία μέσα από το πρίσμα της σύγκρουσης του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ και της Κίνας, αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν την εσωτερική πολιτική και τις πολιτισμικές διαιρέσεις που τροφοδοτούσαν μεγάλο μέρος της σύγκρουσης μεταξύ Νότιου και Βόρειου Βιετνάμ» γράφει ο Ζέλιζερ στο Foreign Policy.
«Αγνόησαν επίσης στοιχεία της ιστορίας που δεν εξυπηρετούσαν τα επιχειρήματά τους, παρασύρθηκαν σε ομαδική σκέψη· και αντιμετώπιζαν με έντονη περιφρόνηση τους επικριτές τους, οι οποίοι απομακρύνονταν γρήγορα από τον εσωτερικό τους κύκλο».
Πράγματι, ο πολιτικός ψυχολόγος Ίρβινγκ Τζάνις μελετώντας ομαδικές αποφάσεις που πάρθηκαν από Αμερικανούς προέδρους κατέληξε στο ότι «το φαινόμενο της ομαδοσκέψης λαμβάνει χώρα, όταν εκείνοι που παίρνουν τις αποφάσεις εμφανίζουν κάποια συμπτώματα. Για παράδειγμα, τα μέλη της ομάδας συχνά εμφανίζουν την «αντιληπτική πλάνη του αλάθητου», θεωρώντας ότι είναι αδύνατο να υποπέσουν σε σφάλματα».
Στο Βιετνάμ, όπως σημειώνει ο Ζέλιζερ, οι Αμερικανοί ιθύνοντες υπερεκτίμησαν τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και όταν τα γεγονότα στο πεδίο της μάχης τους διέψευδαν εκείνοι, αυτοί οι σύμβουλοι απλώς συνέχιζαν. Ο ΜακΝαμάρα χειραγωγούσε και κατασκεύαζε στατιστικά στοιχεία· όλοι τους συνέχιζαν να πιέζουν για περισσότερη ισχύ ακόμη κι όταν η ισχύς δεν λειτουργούσε.
Τα μέλη τέτοιων ομάδων γύρω από τους προέδρους, «πιστεύουν στην ηθική ανωτερότητα της ομάδας τους και τα στερεότυπά τους για τον εχθρό είναι πολύ χοντροκομμένα» προσθέτει ο Τζάνις. «Οι προσωπικές αμφιβολίες για τη σύνεση της ομάδας αυτολογοκρίνονται χάριν της διατήρησης της συναδελφικής αλληλεγγύης. Εκείνοι που διαφωνούν με τις απόψεις της πλειοψηφίας γρήγορα αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις ώστε να τις αποδεχτούν. Την καταστολή των αντίθετων απόψεων συχνά αναλαμβάνουν οι αυτόκλητοι «φύλακες της σκέψης»».
Δεν μπαίνουν στον κόπο να εξετάσουν εναλλακτικές μορφές δράσης ή να επενεξετάσουν σχέδια που απέρριψαν. Ο Τζάνις συμπέρανε επίσης ότι δεν εκτιμούν επίσης πλήρως όλους τους κινδύνους που απορρέουν από το σχέδιο και φυσικά δεν λαμβάνουν υπόψη της τα απρόοπτα που ίσως προκύψουν, όταν τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα.
«Τα μέλη της ομάδας δεν μελετούν εξονυχιστικά όλα τα απαραίτητα στοιχεία και, όταν τελικά εξετάζουν κάποιες πληροφορίες, το κάνουν όντας προκατειλημμένοι. Το αποτέλεσμα είναι μία ομαδική απόφαση με λίγες πιθανότητες επιτυχίας».
Οι σύμβουλοι του Τραμπ είναι ακόμα χειρότεροι
Πράγματι ο Τραμπ και οι σύμβουλοί πάσχουν εν πολλοίς από τις ίδιες παθογένειες του παρελθόντος, όπως δείχνει ο πόλεμος στο Ιράν, πιστεύοντας ότι πρέπει να είναι σκληροί έναντι των αντιπάλων. Πιστεύουν ότι η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και οι δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων -σε συνδυασμό με τις βόμβες και την αεροπορική ισχύ του Ισραήλ- μπορούν να συντρίψουν το ιρανικό καθεστώς.
Ο Ζέλιζερ αμφιβάλει αν ο Τραμπ κατανοεί την ιστορία και τις ιδιαιτερότητες του Ιράν και του λαού. Μπορεί να καλέσει τους Ιρανούς να εξεγερθούν, αλλά η μακρά ιστορία προδοσίας του ιρανικού λαού από Αμερικανούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής -και υπονόμευσης της δημοκρατίας, από την αμερικανική υποκίνηση του πραξικοπήματος του 1953.
Υπάρχει όμως μία τρομερή διαφορά μεταξύ των συμβούλων του Κένεντι και το Τραμπ σήμερα. Τόσο ο Ζέλιζερ όσο και ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Σικάγο, Τζον Μιρσχάιμερ παρατηρούν –κάπως ευγενικά- ότι ο σημερινοί δεν είναι τα καλύτερα, τα πιο «φωτεινά» και έτσι ο Τραμπ στερείται καθοδήγησης που μπορούν να προσφέρουν έμπειροι ειδικοί.
Προσωπικότητες όπως ο Στιβ Γουίτκοφ, επενδυτής ακινήτων, ο υπουργός Άμυνας τον Πιτ Χέγκσεθ, πρώην παρουσιαστής και ο Μάρκο Ρούμπιο έδειξαν ότι καταλήγουν σε εξαιρετικά απλοϊκές αποφάσεις.
Αμερικανικές έρευνες που επικαλείται ο Simonton έδειξαν πως όταν η ομαδοσκέψη μπέρδευε εκείνους που παίρνουν τις αποφάσεις, η επεξεργασία των στοιχείων έδειχνε μικρότερη συνθετική πολυπλοκότητα. Τα μέλη της ομάδας σκέφτονταν πολύ απλοϊκά για να καταλήξουν σε κάποια αποτελεσματική επίλυση της κρίσης που αντιμετώπιζαν. Όσο μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των περιπτώσεων ανεπαρκούς επεξεργασίας των πληροφοριών, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι πιθανότητες να είναι δυσμενή τα αποτελέσματα.
Ειδικά όταν ο ηγέτης είναι μια αυταρχική προσωπικότητα, όπως συμβαίνει σήμερα με τον Τραμπ, τότε ο Τζάνις τονίζει οι σύμβουλοι είναι πιο ενδοτικοί δίχως να σταθμίζουν τα υπέρ και τα κατά για τις διάφορες ενέργειες.
Όταν λοιπόν ο Τραμπ και οι φιλοσϊσραηλινοί σύμβουλοί του πετάνε στα σκουπία τις εκθέσεις της CIA, εκκαθαρίζουν το στράτευμα από έμπειρους και συνετούς στρατηγούς και αδιαφορούν για τις επιφυλάξεις του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, τότε ο δρόμος προς τη καταστροφή στρώθηκε. «Ο ηγέτης πρέπει να είναι τελείως αμερόληπτος στην αρχή των συζητήσεων» έχει αποδείξει ο Τζάνις. «Πρέπει να ενθαρρύνει τη διατύπωση αντιρρήσεων και επιφυλάξεων. Η ομάδα πρέπει, από καιρό σε καιρό, να προσκαλεί ειδικούς να πάρουν μέρος στις συζητήσεις· έτσι θα «ελέγξουν στην πράξη» τις προτάσεις προς τις οποίες η ομάδα διάκειται ευμενώς. Η ομάδα θα πρέπει ακόμα να ορίσει τουλάχιστον ένα μέλος της που να παίζει τον «συνήγορο του διαβόλου», θέτοντας σε δοκιμασία την ορθότητα των ιδεών της ομάδας».
Έτσι, πολλές φορές η ομαδοσκέψη οδηγεί σε αποφάσεις που είναι πολύ χειρότερες από εκείνη μεμονωμένα από τον λιγότερο έξυπνο του επιτελείου, σύμφωνα με τον Τζάνις. Ο πόλεμος στο Ιράν δεν μπορεί να αποδείξει καλύτερα τα παραπάνω.
Πηγή: in.gr





