Κίνδυνοι για την οικονομία και μετά το – όποιο

Η αξιοπιστία στα δημόσια οικονομικά δημιούργησε χώρο για...

Του Τάσου Δασόπουλου

Η σχετικά μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τις εισαγωγές, αναδεικνύεται η μεγαλύτερη αδυναμία της οικονομίας απέναντι στην κρίση που έχει ξεσπάσει στη Μέση Ανατολή, με σημείο αναφοράς τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν. 

Τούτο διότι, ανεξάρτητα από τον χρόνο λήξης των εχθροπραξιών, κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια πώς θα είναι η “επόμενη μέρα”. Δεδομένο είναι ότι με τη λήξη του πολέμου θα έχουμε αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας. Ωστόσο μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, όπως η Goldman Sachs, εκτιμούν ότι οι βλάβες στις πετρελαϊκές υποδομές των χωρών του Κόλπου θα πάρει χρόνο να αποκατασταθούν, εδραιώνοντας την αστάθεια στην αγορά ενέργειας. Η έμμεση αυτή παράταση της κρίσης θα δώσει χρόνο για υψηλότερες τιμές στα τρόφιμα, τις υπηρεσίες και τις πρώτες ύλες, επαναφέροντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα. Τούτο, χωρίς να υπολογίσει κανείς τις παράπλευρες απώλειες. Μία από αυτές είναι η απόφαση της Ρωσίας να διακόψει άμεσα τη μεταφορά ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Ευρώπη, πιέζοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση, όσον αφορά το πρόβλημα φθηνού εφοδιασμού της Ευρώπης με φυσικό αέριο για τον επόμενο χειμώνα. Η διατήρηση υψηλών πληθωριστικών πιέσεων για διάστημα μεγαλύτερο από τη διάρκεια του πολέμου θα είναι το μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα. 

Το “χτύπημα” από την ενέργεια 

Στον κλάδο της ενέργειας είναι αλήθεια ότι η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος γίνεται όλο και περισσότερο με “καύσιμο” από τις ΑΠΕ. Ωστόσο, η έλλειψη εγκαταστάσεων αποθήκευσης απαιτεί τη χρήση –ακριβού πλέον– φυσικού αερίου, που επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη, αφού διευρύνει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Η αυξημένη αξία εισαγωγής φυσικού αερίου είναι το ΑΕΠ που εξάγεται από τη χώρα να προστεθεί στο ΑΕΠ της χώρας παραγωγού του καυσίμου. Επίσης, αν και η Ελλάδα έχει μειώσει την εξάρτησή της, το πετρέλαιο υπομένει τον αυξημένο πληθωρισμό που προκαλεί η αύξηση της τιμής του.

Σύμφωνα με την εκτελεστική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι προκαλεί αύξηση του πληθωρισμού κατά 0,4%. Έπειτα από μια ακραία διακύμανση της τιμής του πετρελαίου Μπρεντ, η οποία έφτασε και τα 119,34 δολάρια το βαρέλι, το πετρέλαιο έμεινε σε μια μέση τιμή πάνω από 95 δολάρια το βαρέλι τις δύο εβδομάδες του πολέμου, από 77 δολάρια το βαρέλι πριν από την κρίση.

Όλα αυτά εξηγούν τις πρωτοβουλίες του Έλληνα υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη, ώστε η Ευρώπη να σπεύσει να ενοποιήσει την αγορά ενέργειας της Ε.Ε., για να γίνει πιο ανθεκτική στις κρίσεις. 

Το σπιράλ των ανατιμήσεων 

Ως γνωστόν, οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, εκτός από ακριβότερο πετρέλαιο θέρμανσης, κίνησης και βαρύτερους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, επηρεάζουν αρνητικά το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των τροφίμων, οι τιμές των οποίων ήταν και παραμένουν εφιάλτης για το ΥΠΕΘΟ. Αν επαληθευτούν οι προβλέψεις, η διακύμανση των τιμών θα συνεχιστεί για περίπου 18 μήνες (έως το καλοκαίρι του 2027). Τόσο υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί η πλήρης αποκατάσταση των υποδομών, οι οποίες βομβαρδίζονται σήμερα από το Ιράν. Ειδικοί αναλυτές της UBS τονίζουν, ωστόσο, ότι θα έχουμε σημαντική πτώση των τιμών της ενέργειας, αν ανοίξουν τα στενά του Ορμούζ, κάτι που φαίνεται αόριστο χρονικά. Σε κάθε περίπτωση, η διακύμανση των τιμών για διάστημα μεγαλύτερο από τρεις μήνες θα δώσει τον χρόνο να περάσουν οι αυξήσεις στο σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών του καλαθιού του πληθωρισμού, αυξάνοντας υπερβολικά την πίεση για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι πιέζονται ακόμη από τις σωρευτικές ανατιμήσεις που είχαμε από την ενεργειακή κρίση του 2022.

Σε αυτό το χρονικό σημείο θα πρέπει να αναμένουμε την ενεργοποίηση της εργαλειοθήκης που δημιουργήθηκε σταδιακά τους πρώτες μήνες του 2022, που ευτυχώς αυτή τη φορά θα χρηματοδοτηθεί από δημοσιονομικό απόθεμα και όχι από δάνεια, όπως τότε.

Το χτύπημα σε τουρισμό, επενδύσεις, ναυτιλία 

Ένας ακόμη μεγάλος φόβος από την παράταση των υψηλών τιμών ενέργειας είναι ότι θα έχουμε ξανά επιβράδυνση στην υπόλοιπη Ε.Ε., η οποία έρχεται έπειτα από μία τριετία οικονομικής στασιμότητας. Μια νέα περίοδος κρίσης στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα, θα χτυπήσει τις ελληνικές εξαγωγές και ειδικότερα τον τουρισμό, ο οποίος έρχεται από μια χρονιά-ρεκόρ, με εισπράξεις που ξεπέρασαν τα 23 δισ. ευρώ. Κάθε μείωση των εισπράξεων θα γίνει αισθητή.

Στις πιθανές συνέπειες θα πρέπει να προσθέσουμε και μια μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων για φέτος, οι οποίες σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ θα φτάσουν τα 18 δισ. ευρώ φέτος, όπως έγινε και το 2022. Ωστόσο, οι επενδύσεις θα στηριχτούν στο ΠΔΕ, ο προϋπολογισμός του οποίου αναμένεται να φτάσει φέτος τα 16,7 δισ. ευρώ, λόγω και της ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. 

Απώλεια για την Ελλάδα, αν οι μεταφορές από τον Περσικό Κόλπο συνεχίσουν να έχουν προβλήματα, θα έχουμε στον χώρο της Ναυτιλίας, για τις εταιρίες οι οποίες δεν έχουν μεταφέρει τις έδρες τους εκτός Ελλάδας. 

Το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων 

Λιγότερο ευάλωτη θα είναι η οικονομία στο ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων του ευρώ, αν η ΕΚΤ αποφασίσει μέσα στον χρόνο ότι θα πρέπει να παρέμβει, για να μην χαθεί ξανά ο μεσοπρόθεσμος στόχος του 2%. Το ποσοστό του ιδιωτικού χρέους που βρίσκεται σε δάνεια είναι σχετικά μικρό, ενώ οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες έχουν επαρκή ρευστότητα, ώστε να μπορούν να απορροφήσουν ένα μέρος της αύξησης των επιτοκίων. Όσο για τα δάνεια ύψους 17,8 δισ. ευρώ, τα οποία διεκδικεί η Ελλάδα από το ΤΑΑ, μια αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ θα αυξήσει ελάχιστα τα επιτόκιά τους, άρα θα είναι το ίδιο ελκυστικά για όσους αποφασίσουν να το χρησιμοποιήσουν. 
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ