Μπορεί η γεωπολιτική ατζέντα να επισκιάσει τα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής; Μπορούν οι κυβερνητικές ενέργειες στο περιφερειακό μέτωπο των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή να υποκαταστήσουν στα κριτήρια της ψήφου την ακρίβεια και τις πληθωριστικές πιέσεις που αναμένονται να ασκηθούν το επόμενο διάστημα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς; Μπορεί η καταγεγραμμένη υπεροχή του Κ. Μητσοτάκη έναντι των υπολοίπων πολιτικών αρχηγών στο πεδίο της διεθνούς παρουσίας να επιβεβαιώσει την πολιτική του ηγεμονία και να του εξασφαλίσει μία τρίτη θητεία;
Τα παραπάνω ερωτήματα προέκυψαν μόλις την τελευταία εβδομάδα. Οι πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές, μετά την έναρξη των πολιτικών επιχειρήσεων, αποτυπώνουν μια θετική μεταβολή για το κυβερνητικό στρατόπεδο στον δείκτη της πρόθεσης ψήφου, που ανιχνεύεται πλέον πάνω από 25%, γεγονός που μεταφράζεται στην εκτίμηση σε ποσοστά άνω του 30%, νούμερο που αποτελεί και το πρώτο σκαλοπάτι στην προσπάθεια της κυβέρνησης να φτάσει σε ποσοστά κοντά σε αυτά της αυτοδυναμίας, που προσδιορίζονται με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες στο 37%-38%.
Η απόσταση παραμένει σημαντική, ωστόσο η άνοδός της 1,5-2 ποσοστιαίες μονάδες για τη Νέα Δημοκρατία είναι απαραίτητη και λειτουργεί συσπειρωτικά για ένα ακροατήριο που έβλεπε όλο το προηγούμενο διάστημα την κυβέρνηση να προσπαθεί αμήχανα να απεγκλωβιστεί από μία σειρά υποθέσεων, που, στην καλύτερη περίπτωση, την έφερναν σε δύσκολη θέση.
Το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων έδωσε την ευκαιρία στην κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό να αναλάβουν πρωτοβουλίες σε ένα πεδίο, αυτό της εξωτερικής πολιτικής, στο οποίο ο Κ. Μητσοτάκης φαίνεται να κινείται με άνεση. Η προσοχή της κοινής γνώμης μετατοπίστηκε από τις εσωτερικές υποθέσεις στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής που διαχρονικά συγκέντρωνε στην κοινή γνώμη θετικές απόψεις, μεγαλύτερες από την εκλογική επιρροή της ΝΔ.
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο ούτε μόνο ελληνικό. Σε συνθήκες κρίσης το πατριωτικό φρόνημα ενισχύεται, το αίσθημα ασφάλειας γίνεται ζωτικό και οι πολίτες τείνουν να συμπεριφέρονται πιο «συνετά» παραμερίζοντας και παραβλέποντας κυβερνητικές αστοχίες σε άλλα μέτωπα. O λαϊκισμός υποχωρεί και οι πολίτες αναζητούν πιο ψύχραιμες και μετριοπαθείς φωνές που μπορούν να αναλύσουν τις πραγματικές διαστάσεις της απειλής και να λειτουργήσουν με λελογισμένη αποφασιστικότητα και ρεαλισμό.
Το ίδιο φαίνεται να ισχύει σε μικρότερο βαθμό και για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση μια περισσότερο θεσμική και όχι αντιπολιτευτική τοποθέτηση, ενώ και το ΚΚΕ μπορεί να θεωρηθεί κερδισμένο, καθώς εξέφρασε ξεκάθαρα την επιχειρηματολογία της άλλης πλευράς, τη στιγμή που τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπήρξαν τόσο πειστικά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους.
Συνολικά σε αυτή την πρώτη φάση του πολέμου τα τρία παραδοσιακά κόμματα, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, φαίνονται ενισχυμένα, σε αντίθεση με τους νεότερους πολιτικούς φορείς που τηρούν μια στάση μάλλον αναμονής και αμηχανίας. Τα προβλήματα, ωστόσο, για την κυβέρνηση θα ξεκινήσουν το επόμενο διάστημα, όταν θα αρχίσουν να γίνονται αισθητές οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου.
Η κυβέρνηση με την εφαρμογή του πλαφόν επιχείρησε να λειτουργήσει προληπτικά και να προλάβει φαινόμενα κερδοσκοπίας και ανεξέλεγκτων ανατιμήσεων, ωστόσο όλα θα κριθούν στο πεδίο και θα έχουν άμεση συνάρτηση με τη χρονική διάρκεια του πολέμου.
Τα κριτήρια της ψήφου δεν είναι τόσο ευμετάβλητα και συνεχίζουν να καθορίζονται από την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η καθημερινότητα μπορεί εύκολα να ακυρώσει τις γεωπολιτικές επιτυχίες και να υπερτονίσει τις εσωτερικές αστοχίες.
Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής Ερευνών GPO
Πηγή: tanea.gr





