ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23.58
Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Moody’s διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στο Βaa3 επιβεβαιώνοντας τις σταθερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Στην ανάλυσή του ο οίκος σημειώνει ότι η αξιολόγηση Baa3 της Ελλάδας και το σταθερό outlook υποστηρίζονται από το σταθερό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, το οποίο έχει οδηγήσει σε ορατές βελτιώσεις στους θεσμούς και στη διακυβέρνηση, σε ενίσχυση των επενδύσεων και σε έναν υγιέστερο τραπεζικό τομέα. Παρά την αναμενόμενη σημαντική μείωση, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η ευνοϊκή δομή του χρέους και το μεγάλα ταμειακά αποθέματα αποτελούν αντισταθμιστικούς παράγοντες.
Η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει ισχυρή απορρόφηση σημαντικών κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία, παράλληλα με τις ιδιωτικές επενδύσεις, θα στηρίξουν την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις, αυτό θα συμβάλει στην αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης και θα αντισταθμίσει εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις από τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις.
Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας μετά την πανδημία συνεχίζει να ξεπερνά τις προσδοκίες καταγράφοντας πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 που θα ανέλθει στο 4,4% του ΑΕΠ, αποτυπώνοντας τον συνδυασμό ισχυρής ανάπτυξης, πολύ ισχυρών φορολογικών εσόδων και αυστηρού ελέγχου των δαπανών. Η επίδοση αυτή ακολουθεί το εξαιρετικό αποτέλεσμα του 2024, όταν το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε το 4,7% του ΑΕΠ, συμβάλλοντας στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε περίπου 154% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024.
H Moody’s εκτιμά ότι το χρέος μειώθηκε στο 148% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, στο χαμηλότερο επίπεδό του από το 2010. Αναμένει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν λίγο πάνω από το 3% του ΑΕΠ το 2026-27 και θα μειωθούν σταδιακά στη συνέχεια, γεγονός που θα συνεχίσει να οδηγεί σε ταχεία πτώση του δείκτη χρέους προς το 140% του ΑΕΠ έως το 2027.
Οι μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν σταθερές και, σε γενικές γραμμές, συνάδουν με τις προσδοκίες της Moody’s για βιώσιμη ανάπτυξη με κινητήριο δύναμη τις επενδύσεις. O αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περίπου 2,1% το 2025, ρυθμός παρόμοιος με αυτόν που καταγράφηκε το 2023-24, παρά το πιο αδύναμο παγκόσμιο περιβάλλον και την ομαλοποίηση της δυναμικής στον τουρισμό. Η σύνθεση της ανάπτυξης είναι όλο και πιο ευνοϊκή από πιστωτική άποψη: οι ιδιωτικές επενδύσεις υπήρξαν ο κύριος μοχλός της ανάκαμψης τα τελευταία έξι χρόνια, μειώνοντας ένα μακροχρόνιο επενδυτικό κενό και αυξάνοντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ από περίπου 11% σε περίπου 16% το 2024, με περαιτέρω βελτίωση το 2025.
“Καμπανάκι” για χρέος και δημογραφικό
Όπως σημειώνει ο οίκος, η οικονομική ισχύς της Ελλάδας, με βάση την αξιολόγηση “Baa1” αντικατοπτρίζει υψηλότερα επίπεδα πλούτου σε σύγκριση με άλλες χώρες με παρόμοια αξιολόγηση, καθώς και ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης για τα επόμενα τρία χρόνια, παρά το σχετικά μικρό μέγεθος της οικονομίας και τις προκλήσεις για τη δυνητική ανάπτυξη που προκύπτουν από δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις.
Επίσης όπως αναφέρει, η βαθμολογία της Ελλάδας για τους θεσμούς και τη διακυβέρνηση αντικατοπτρίζει την ισχυρή δυναμική στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη επιφέρει απτή πρόοδο σε διάφορους τομείς. Ωστόσο, τονίζει, η αναδιάρθρωση του χρέους του 2012 εξακολουθεί να επηρεάζει την αξιολόγηση, κάνοντας λόγο για πολύ υψηλό αλλά ταχέως μειούμενο χρέος της κυβέρνησης, η οποία υποστηρίζεται από μία ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους με χαμηλά επιτόκια και πολύ μεγάλες λήξεις. Η ευαισθησία στον κίνδυνο εκδήλωσης γεγονότων εξακολουθεί να οφείλεται στους κινδύνους που σχετίζονται με τον τραπεζικό τομέα, παρά τη σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), όπως επισημαίνει ακόμη.
Σε ό,τι αφορά το σταθερό outlook, ο οίκος υπογραμμίζει την εκτίμησή του ότι οι τρέχουσες πολύ ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις είναι πιθανό να μετριαστούν με την πάροδο του χρόνου, αν και το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται. Παράλληλα, εκτιμάται ότι ορισμένες από τις κύριες πιστωτικές προκλήσεις της Ελλάδας θα βελτιωθούν αργά έναντι των θετικών πιστωτικών στοιχείων ενός σταθερού θεσμικού και πολιτικού περιβάλλοντος.
Συγκεκριμένα, στο βασικό του σενάριο ο οίκος εκτιμά ότι η ολοκλήρωση θεσμικών και αναπτυξιακά ενισχυτικών διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων θα απαιτήσει χρόνο. Παράλληλα, προβλέπει ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι πιθανό να επιβραδυνθεί σε σχέση με τα σημερινά υψηλά επίπεδα μόλις ολοκληρωθεί η απορρόφηση των πόρων του RRF (Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας). Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις θα δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια για την ανάπτυξη, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να αυξήσει τα ποσοστά συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και να υλοποιήσει διαρθρωτικές μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις” σημειώνεται.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι αν και το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί ταχέως τα τελευταία χρόνια, θα παραμείνει μεταξύ των υψηλότερων στο σύνολο των χωρών που αξιολογεί ο οίκος, έως το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας.
“Στο βασικό μας σενάριο εκτιμάμε ότι οι ελληνικές Αρχές αξιοποιούν αποτελεσματικά τη θετική δυναμική που δημιουργούν τα κονδύλια του RRF, προκειμένου να εφαρμόσουν με συνέπεια οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές που στηρίζουν την πιστοληπτική ικανότητα. Η επιλογή αυτής της πολιτικής μειώνει τους καθοδικούς κινδύνους για τις αξιολογήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από τις εν λόγω οικονομικές και δημοσιονομικές αδυναμίες”, επισημαίνεται.
“Ανοδική πίεση στην αξιολόγηση Baa3 της Ελλάδας, θα μπορούσε να προκύψει εάν βλέπαμε διαρκείς μειώσεις στο βάρος του χρέους της Ελλάδας που υπερβαίνουν σημαντικά τις τρέχουσες προσδοκίες μας. Ενώ οι βελτιώσεις σε τομείς όπως η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος ή η διαφοροποίηση της οικονομίας θα απαιτούσαν χρόνο, οι ενδείξεις επιταχυνόμενης εφαρμογής μεταρρυθμίσεων θα ήταν θετικές. Μια αυξανόμενη πιθανότητα ότι η μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική θα υπερβεί τις τρέχουσες προσδοκίες μας θα ήταν επίσης πιστωτικά θετική”, σημειώνει επίσης.
Και αναφέρει: “Πτωτικές πιέσεις θα μπορούσαν να προκύψουν εάν η πολιτική πορεία που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια αντιστραφεί ή εάν υπήρχαν ενδείξεις ότι οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις δεν αποφέρουν τα αναπτυξιακά και δημοσιονομικά οφέλη που αναμένουμε σήμερα. Συγκεκριμένα, σημάδια μιας διαρκούς, ουσιαστικής επιδείνωσης της δημοσιονομικής θέσης της κυβέρνησης, πιθανώς σε συνδυασμό με μια απότομη επιδείνωση της υγείας του τραπεζικού τομέα, θα πυροδοτούσαν μια αρνητική αξιολόγηση, όπως και μία οπισθοδρόμηση στις διαρθρωτικές μακροοικονομικές ή δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Μία έντονη επιδείνωση της γεωπολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη που θα αποφέρει απτά στοιχεία εξασθενημένης υποστήριξης από βασικούς συμμάχους, ιδίως τις ΗΠΑ θα οδηγούσε επίσης σε πτωτικές πιέσεις στις προοπτικές ή την αξιολόγηση”.
Οι επόμενες αξιολογήσεις
Στις 20 Μαρτίου θα έρθει η ώρα του γερμανικού οίκου SCOPE ο οποίος ήταν ο πρώτος που αναβάθμισε την ελληνική οικονομία στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ τον Δεκέμβριο του 2024 ενώ τον περασμένο Νοέμβριο αναβάθμισε σε θετική την προοπτική της οικονομίας. Επόμενος σταθμός η 24η Απριλίου όπου θα είναι η σειρά της Standard & Poor’s να ανακοινώσει την ετυμηγορία της για να ακολουθήσει ο οίκος Fitch στις 8 Μαΐου.
Ο νέος γύρος αξιολογήσεων θα ξεκινήσει το φθινόπωρο. Η αρχή θα γίνει στις 4 Σεπτεμβρίου με τον οίκο DBRS, ενώ στις 18 Σεπτεμβρίου είναι προγραμματισμένες οι ανακοινώσεις των αξιολογήσεων της Moody’s και της Scope. Το έτος θα κλείσει με την Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Περισσότερα σε λίγο…
Πηγή: capital.gr





