Ισχυρό παραμένει το αγοραστικό ενδιαφέρον για κατοικίες,…

Τριπλάσιοι οι αγοραστές κατοικίας από τους πωλητές

Του Νίκου Ρουσάνογλου

Μεγάλο παραμένει το αγοραστικό ενδιαφέρον στην αγορά κατοικίας, αλλά το υψηλό επίπεδο τιμών και η δυσκολία εύρεσης του κατάλληλου ακινήτου, εξελίσσονται σε ανυπέρβλητα εμπόδια για όλο και περισσότερους πολίτες. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ) για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, το 41,1% εκτιμά ότι είναι πιθανό να προχωρήσει σε αγορά ακινήτου εντός των επόμενων πέντε ετών. Αντίστοιχα, το 34% δηλώνει ότι είναι πιθανό να προβεί σε πώληση ακινήτου στο ίδιο χρονικό διάστημα, έναντι του 58,1% που δεν θεωρεί πιθανή μια τέτοια κίνηση. Σε ό,τι αφορά την ενοικίαση, το 46,3% χαρακτηρίζει πιθανή ή μάλλον πιθανή τη σύναψη συμφωνίας μίσθωσης κατά την επόμενη πενταετία, ενώ το 41,4% εκτιμά ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε αντίστοιχη ενέργεια.

Ωστόσο, το υψηλό επίπεδο τιμών αποτελεί τον κύριο αποτρεπτικό παράγοντα, εξαιτίας του οποίου το 36,8% δεν προχώρησε σε στην αγορά ακινήτου την τελευταία πενταετία. Μεταξύ όσων επιθυμούσαν ή είχαν ανάγκη να πραγματοποιήσουν συναλλαγή, το 10,7% αναφέρει ως βασικό εμπόδιο τη δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό ή χρηματοδοτικά προγράμματα. Επιπλέον, το 6,7% επισημαίνει την οικονομική αβεβαιότητα (σε ατομικό ή μακροοικονομικό επίπεδο) ως κύριο ανασταλτικό παράγοντα, ενώ για το 4,7% αποτρεπτικά λειτουργούν το φορολογικό πλαίσιο και η πολυπλοκότητα των σχετικών διαδικασιών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ως βασικοί λόγοι αύξησης των τιμών πώλησης, αναδεικνύονται η αγορά ακινήτων από ξένους αγοραστές (34,2% των ερωτηθέντων), η ανεπαρκής κρατική πολιτική για προσιτή κατοικία ή η έλλειψη κινήτρων για νέα οικοδομή (28,9%) και η αύξηση του κόστους κατασκευής και πρώτων υλών (23%). Αντίστοιχα, για τις τιμές ενοικίασης, κυρίαρχοι παράγοντες θεωρούνται η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (33,8%), η ανεπαρκής στεγαστική πολιτική (32,9%) και η ζήτηση από ξένους αγοραστές (26,9%).

Σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα συγκράτησης των τιμών, το 41,5% ανέδειξε την ενεργοποίηση αχρησιμοποίητων ακινήτων (π.χ. μέσω κινήτρων), το 36,5% την ανάπτυξη κοινωνικής/προσιτής κατοικίας, το 31,9% τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τους/ τις αγοραστές ή τους/τις ενοικιαστές/ριες, το 28,6% την απόδοση κινήτρων για την κατασκευή νέων κατοικιών, το 25,3% την απόδοση κινήτρων προς τους/τις ιδιοκτήτες για την ανακαίνιση/ανακατασκευή κατοικιών και το 16,9% τη μείωση ή την απάλειψη της γραφειοκρατίας και του κόστους συμμόρφωσης (π.χ. για πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, τακτοποίηση αυθαιρέτων).

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι μεταξύ εκείνων που προχώρησαν σε κάποια αγορά ή ενοικίαση ακινήτου τα τελευταία πέντε χρόνια (33,8% του συνολικού δείγματος), το 43,7% δήλωσε ότι η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η εύρεση του κατάλληλου ακινήτου, δείγμα του σημαντικού ελλείματος κτιριακού αποθέματος κατάλληλων προδιαγραφών και με προσιτό κόστος για τον μέσο Έλληνα.

Ένα πρόσθετο 15% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι μια ακόμα δυσκολία ήταν η διαδικασία της διεκπεραίωσης των εγγράφων και διαδικασιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το 19% κατόρθωσε να ολοκληρώσει μια αγοραπωλησία εντός τριών μηνών. Αντιθέτως, πάνω από ένας στους τέσσερις, ή το 27,4% του συνόλου χρειάστηκε πάνω από έξι μήνες, ενώ υπήρξαν και κάποιοι (ένας στους 10) που περίμεναν για πάνω από ένα χρόνο.

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και το στοιχείο ότι, μεταξύ όσων έχουν αγοράσει κάποιο ακίνητο τα τελευταία πέντε χρόνια, πάνω από οι μισοί, ή το 54,1%, ανέφεραν ότι το έπραξαν χωρίς χρηματοδότηση, αλλά με ίδια κεφάλαια. Για τους υπόλοιπους/τις υπόλοιπες, ως σημαντικότερη δυσκολία αναφέρονται οι πολύπλοκες διαδικασίες έγκρισης της χρηματοδότησης (24,0%), καθώς και τα υψηλά επιτόκια ή χρεώσεις στο πλαίσιο του τραπεζικού δανεισμού (13%).

Παράλληλα όμως παρατηρείται και μια σχετική επιτάχυνση στον ρυθμό των αγοραπωλησιών τον τελευταίο χρόνο. Συγκεκριμένα, μεταξύ εκείνων που αναφέρουν ότι προχώρησαν σε αγορά ή πώληση ακινήτου την τελευταία πενταετία (21,7% του δείγματος), οι περισσότεροι και συγκεκριμένα 6 στους 10 (59,2%), το έπραξαν κατά την διάρκεια των τελευταίων 12-24 μηνών και μόλις το 36% αναφέρει ότι αυτό έγινε πιο πριν (από 3 χρόνια και πάνω). Η εικόνα αυτή είναι συμβατή και με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για τις συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας ακινήτων κατ’ έτος, από το 2020, όπου η σχετική δραστηριότητα παρουσίασε κάμψη, λόγω της πανδημικής κρίσης, ο αριθμός των αγοραπωλησιών αυξάνεται και μάλιστα με εντεινόμενους ρυθμούς: +40,1% το 2021 (σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο έτος), +7,2% το 2022, +8,8% το 2023, +19,4% το 2024.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ