Η ελληνική οικονομία παρέμεινε σε τροχιά ανάκαμψης το 2025, καταγράφοντας ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο “7 Ημέρες Οικονομία” της Eurobank.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, η μεγέθυνση της οικονομίας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων παγίων, της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών, ενώ από την πλευρά της παραγωγής ενισχύθηκαν ιδιαίτερα οι κλάδοι της βιομηχανίας, των κατασκευών και των χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Με βάση τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 0,8% σε τριμηνιαία βάση και στο 2,4% σε ετήσια βάση, έναντι 0,2% και 1,2% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας υπερέβη τα προ πανδημίας επίπεδα κατά 12,2%, έναντι 6,8% στην Ευρωζώνη.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης το 2025 κατέγραψαν, μεταξύ άλλων, η Μάλτα (4,0%), η Κύπρος (3,8%) και η Πολωνία (3,6%), ενώ η ανάπτυξη στην ΕΕ-27 διαμορφώθηκε στο 1,5% και στην Ευρωζώνη στο 1,4%.
Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η ανάλυση σημειώνει ότι το πραγματικό ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλότερο κατά 13,9% σε σχέση με το υψηλότερο επίπεδο του 2008, γεγονός που σημαίνει ότι έχει ανακτηθεί το 48,7% των απωλειών της περιόδου της κρίσης χρέους.
Πυλώνες της ανάπτυξης
Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε το 2025 κατά 2,1% σε πραγματικούς όρους και συνέβαλε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στην ετήσια ανάπτυξη. Παράλληλα, οι επενδύσεις παγίων κατέγραψαν αύξηση 8,9% και αποτέλεσαν τη σημαντικότερη συνιστώσα για την άνοδο του ΑΕΠ, με συμβολή 1,5 ποσοστιαίας μονάδας.
Σημαντική ώθηση στις επενδύσεις προήλθε από τις κατασκευές, ενώ αυξήσεις καταγράφηκαν επίσης στις επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, μεταφορικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα. Η επιτάχυνση της υλοποίησης έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας συνέβαλε επίσης στην ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Ο εξωτερικός τομέας είχε επίσης θετική συμβολή στην ανάπτυξη, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,7%, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%, οδηγώντας σε συρρίκνωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.
Ωστόσο, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παρουσιάζει υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 69% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το μερίδιο των επενδύσεων αυξήθηκε στο 16,9% του ΑΕΠ το 2025, αλλά παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (21,2%).
Κλαδικές εξελίξεις
Σε επίπεδο κλάδων, η ισχυρότερη αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας το τέταρτο τρίμηνο του 2025 προήλθε από τις κατασκευές, όπου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 20,2% σε ετήσια βάση. Θετική ήταν επίσης η συμβολή του δευτερογενούς τομέα, της ενημέρωσης και επικοινωνίας και των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων.
Αντίθετα, αρνητική ήταν η επίδοση στον κλάδο του εμπορίου, των μεταφορών και του τουρισμού, καθώς και στον πρωτογενή τομέα.
Για το σύνολο του 2025, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση, ενώ το ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά 2,1%.
Στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε το 2025 στο 8,9% από 10,1% το 2024. Ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε κατά 57,8 χιλιάδες, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 63,8 χιλιάδες άτομα.
Η αύξηση της απασχόλησης προήλθε κυρίως από τους κλάδους του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, των επαγγελματικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων, των κατασκευών και των υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης.
Παρά τη βελτίωση των βασικών δεικτών, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή συμμετοχή του πληθυσμού στην αγορά εργασίας σε σύγκριση με την ΕΕ-27, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών και των νέων.
Οι προοπτικές
Σύμφωνα με τη Eurobank, η ελληνική οικονομία συνέχισε και το 2025 να υπεραποδίδει έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, αν και με ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Για τα επόμενα χρόνια, η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής συνδέεται με την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, επισημαίνεται, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη αύξηση του εθνικού εισοδήματος και τη βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών της οικονομίας.
Πηγή: capital.gr





