Της Ελευθερίας Κούρταλη
Η δυναμική ανάπτυξης στην Ελλάδα παραμένει ισχυρή και η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία είναι σχετικά λιγότερο εκτεθειμένη σε κρίσεις τιμών ενέργειας από ό,τι οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, τονίζει η Goldman Sachs σε νέα ανάλυσή της. Επιπλέον, δεδομένης της τρέχουσας προσεκτικής δημοσιονομικής στάσης, η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να χρηματοδοτήσει μέτρα που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος των οικονομικών επιπτώσεων του σοκ, όπως σημειώνει.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει ο οικονομολόγος της Goldman Sachs, Filippo Taddei, η δυναμική της ανάπτυξης στην Ελλάδα παραμένει πιο ανθεκτική από ό,τι στην υπόλοιπη ευρωζώνη, με τον Δείκτη Τρέχουσας Δραστηριότητας (CAI) — μια σύνοψη στατιστικών στοιχείων υψηλής συχνότητας σχετικά με την ανάπτυξη — να δείχνει αύξηση του ΑΕΠ υψηλότερη από 2% και δείκτες εμπιστοσύνης σε γενικές γραμμές σε άνοδο, όπως σημειώνει η Goldman Sachs.
Το αναδυόμενο ενεργειακό σοκ λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αμφισβητεί τις προοπτικές για την ευρωπαϊκή οικονομία και η αμερικάνικη τράπεζα έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω την ανάπτυξη και έχει αυξήσει την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό στο βασικό της σενάριο. Ειδικότερα, μετά από αναθεωρημένη πρόβλεψη για τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οικονομολόγοι της αναμένουν τώρα χαμηλότερη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη κατά 0,1-0,2 ποσοστιαίες μονάδες και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο πληθωρισμό,
Ωστόσο, όπως τονίζει, η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία είναι λιγότερο εκτεθειμένη σε σοκ τιμών ενέργειας από ό,τι οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.
Οι τιμές ενέργειας που πληρώνουν οι Έλληνες καταναλωτές μειώθηκαν γρήγορα από την κορύφωση που είχαν φτάσει στα μέσα του 2022 και, ενώ στην ευρωζώνη οι τιμές ενέργειας εξακολουθούν να είναι σχεδόν 50% υψηλότερες από ό,τι πριν από την πανδημία, στην Ελλάδα η αύξηση είναι μόλις 35%.
Ένας λόγος για τον πιθανό μικρότερο αντίκτυπο του ενεργειακού σοκ στις τιμές καταναλωτή στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει η Goldman, είναι η σχετικά ισχυρότερη δημοσιονομική στήριξη – σχεδόν 5% του ΑΕΠ – που παρείχε η ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης του 2022. Δεδομένης της τρέχουσας προσεκτικής δημοσιονομικής της στάσης, η ελληνική κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να χρηματοδοτήσει μέτρα που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος των οικονομικών επιπτώσεων του ενεργειακού σοκ. Συμπερασματικά, η ελληνική οικονομία είναι πιθανό να αντιμετωπίσει μικρότερο αντίκτυπο από το ενεργειακό σοκ στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό από ό,τι η υπόλοιπη ζώνη του ευρώ, τονίζει η Goldman.
Η ανάκαμψη των επενδύσεων συνεχίζεται
Παράλληλα, όπως σημειώνει η αμερικάνικη τράπεζα, οι επενδύσεις στην Ελλάδα συνεχίζουν να ανακάμπτουν και τώρα έχουν επιστρέψει στο υψηλότερο επίπεδο που είχαν φτάσει πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, με εξαίρεση τον τομέα των κατοικιών. Η αύξηση των επενδύσεων καθοδηγείται από τον μη χρηματοπιστωτικό εταιρικό τομέα, όπου ο δείκτης μόχλευσης (δάνεια ως ποσοστό του ΑΕΠ) αυξάνεται και έχει σχεδόν φτάσει τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.
Αξιοποιώντας δεδομένα άνω των 20 ετών στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη, και εξαιρουμένων των ετών της πανδημίας, η Goldman εξετάζει τη θετική σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης των τραπεζικών δανείων. Η ανάλυσή της κάνει την υπόθεση ότι η αύξηση του ΑΕΠ οδηγεί στην αύξηση των δανείων και έτσι της επιτρέπει να μελετήσει τις διαφορετικές αντιδράσεις για τα νοικοκυριά και τον μη χρηματοπιστωτικό εταιρικό τομέα.
Στις εκτιμήσεις της, η Goldman εξετάζει τις αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες και τα πρότυπα δανεισμού τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τον μη χρηματοπιστωτικό εταιρικό τομέα. Διαπιστώνει μια μεγαλύτερη και πιο επίμονη αντίδραση στην αύξηση των πιστώσεων προς τον μη χρηματοπιστωτικό επιχειρηματικό τομέα στην Ελλάδα από ό,τι στην Ευρωζώνη. Δεδομένου ότι οι πιστώσεις έχουν αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση των επενδύσεων, αναμένει ότι η οικονομική δυναμική θα συνεχίσει να υποστηρίζει την ανάκαμψη των επενδύσεων στην χώρα.
Εντωμεταξύ, προσθέτει η αμερικάνικη τράπεζα, ο κατασκευαστικός τομέας, και ιδίως η κατασκευή κατοικιών, εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με τον επενδυτικό κύκλο. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η αύξηση των κεφαλαιουχικών δαπανών επεκτείνεται σε αυτόν τον τομέα: οι επενδύσεις σε κατοικίες “γύρισαν” το 2020 και έχουν επιταχυνθεί από το 2022. Οι τιμές των γραφειακών και οικιστικών ακινήτων, αν και εξακολουθούν να είναι κάτω από το επίπεδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση σε πραγματικούς όρους, συνεχίζουν να αυξάνονται. Τέλος, η αύξηση των δανείων προς τα νοικοκυριά έχει γίνει θετική για πρώτη φορά μετά από 3 χρόνια στην Ελλάδα.
Η Goldman διαπιστώνει επίσης ότι η πίστωση προς τα νοικοκυριά ανταποκρίνεται περισσότερο στην ανάπτυξη και είναι πιο επίμονη στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. Δεδομένων των θετικών μακροοικονομικών προοπτικών, αναμένει επομένως ότι η πιστωτική επέκταση θα παρέχει συνεχή στήριξη στην κάλυψη της καθυστέρησης στις επενδύσεις σε κατοικίες στην Ελλάδα.
Συνεπώς, με βάση όλα τα παραπάνω, η Goldman καταλήγει στο ότι εκτός εάν η ενεργειακή κρίση εκτροχιάσει την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, η θετική δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα συνεχίσει να επεκτείνεται στον κατασκευαστικό τομέα, ο οποίος δεν έχει ανακάμψει πλήρως από την κρίση δημόσιου χρέους.
Πηγή: capital.gr





