Περισσότεροι από 200 χώροι συγκέντρωσης πληθυσμού αλλά άγνωστος ο αριθμός καταφυγίων πολέμου για την ασφάλεια των πολιτών
AI υποστηριζόμενο ηχητικό περιεχόμενο
Η έκρυθμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή με τις επιθέσεις στο Ιράν επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα που για δεκαετίες παρέμενε στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης: την επάρκεια των υποδομών πολιτικής προστασίας και ειδικότερα των πολεμικών καταφυγίων.
Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
Αν και η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των συγκρούσεων, η γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή προκαλεί ανησυχία στους πολίτες και επαναφέρει ερωτήματα για το κατά πόσο η χώρα διαθέτει επαρκείς χώρους προστασίας για τον άμαχο πληθυσμό σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Σε όλη τη χώρα, από τα μεγάλα αστικά κέντρα μέχρι μικρότερες πόλεις, υπάρχουν χιλιάδες υπόγεια καταφύγια και προστατευτικοί χώροι που δημιουργήθηκαν κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, με στόχο την προστασία των πολιτών σε περιόδους πολέμου ή αεροπορικών επιθέσεων. Ωστόσο, η κατάσταση πολλών από αυτών των εγκαταστάσεων παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό για λόγους ασφάλειας. Από τα ήδη γνωστά πάντως, αρκετά έχουν εγκαταλειφθεί ή χρησιμοποιούνται πλέον για άλλες ανάγκες.
Σύμφωνα με στοιχεία που διαβιβάστηκαν στη Βουλή τον περασμένο Νοέμβριο από τον υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη, Γιάννη Λαμπρόπουλο, στην Ελλάδα σήμερα έχουν καταγραφεί συνολικά 2.892 χώροι καταφυγής, με συνολική χωρητικότητα περίπου 1.981.514 ατόμων. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, η χωρητικότητα αυτή μπορεί να αυξηθεί έως και κατά 30%, γεγονός που υπογραμμίζει τον ρόλο των καταφυγίων ως βασικό εργαλείο πολιτικής προστασίας. Οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους ωστόσο δεν συνιστούν -με την ακριβή έννοια του όρου- καταφύγια πολέμου, αλλά είναι είτε δημόσιοι είτε ιδιωτικοί χώροι όπου μπορούν να καταφύγουν πολίτες σε ειδικές καταστάσεις.
Τα περισσότερα καταφύγια πολέμου δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η κατασκευή νέων συνεχίστηκε μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Μάλιστα, στην Αττική τα τελευταία καταφύγια κατασκευάστηκαν το 1956, στο πλαίσιο νομοθεσίας της περιόδου Μεταξά που υποχρέωνε κάθε νέο κτίριο να διαθέτει καταφύγιο. Ο συγκεκριμένος νόμος καταργήθηκε την ίδια χρονιά, με αποτέλεσμα να σταματήσει ουσιαστικά η δημιουργία νέων υποδομών.

Από τότε, πολλά από τα υφιστάμενα καταφύγια πολέμου είτε εγκαταλείφθηκαν είτε άλλαξαν χρήση, ενώ ελάχιστα συντηρήθηκαν συστηματικά. Σε πόλεις όπως η Αθήνα και ο Πειραιάς, πάντως, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλος αριθμός υπόγειων χώρων, αποτέλεσμα των στρατηγικών αναγκών της εποχής και της έντονης αστικής ανάπτυξης.
Πέρα των γεωπολιτικών εξελίξεων, το θέμα των καταφυγίων επανήλθε στο προσκήνιο και λόγω της γενικότερης συζήτησης για την ανθεκτικότητα των κοινωνιών απέναντι σε κρίσεις, είτε πρόκειται για πολεμικές συγκρούσεις, φυσικές καταστροφές ή τεχνολογικά ατυχήματα.Η επικαιροποίηση των σχεδίων πολιτικής άμυνας και η καταγραφή των διαθέσιμων χώρων προστασίας θεωρούνται πλέον κρίσιμα βήματα, ώστε, σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας, να υπάρχει σαφής εικόνα των υποδομών που μπορούν να αξιοποιηθούν για την προστασία των πολιτών.
Η συζήτηση που άνοιξε στη Λάρισα
Το θέμα των καταφυγίων έχει επανέλθει δυναμικά και στη δημόσια συζήτηση της Λάρισας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αλλά και τα σενάρια για πιθανές επιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, έχουν προκαλέσει ανησυχία σε μέρος των πολιτών.
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακλυστεί από ερωτήματα σχετικά με το αν η πόλη θα μπορούσε να αποτελέσει πιθανό στόχο σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης λόγω του έντονου στρατιωτικού στοιχείου, αλλά και για το αν υπάρχουν διαθέσιμα καταφύγια και πού αυτά βρίσκονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, διακινούνται και ατεκμηρίωτες πληροφορίες, οι οποίες εντείνουν το κλίμα αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, στην πόλη της Λάρισας έχουν καταγραφεί περίπου 77 χώροι καταφυγής πληθυσμού, ενώ σε ολόκληρη την περιφερειακή ενότητα ο αριθμός τους προσεγγίζει τους 200.
Να σημειωθεί ότι από το 2022 έχει συγκροτήσει ειδική επιτροπή, στο πλαίσιο της πολιτικής άμυνας, η οποία έχει αναλάβει την καταγραφή και αξιολόγηση των υφιστάμενων καταφυγίων μέσα στην πόλη, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητά τους σε περίπτωση ανάγκης. Παράλληλα, έχει ζητηθεί από τους Δήμους να υποδείξουν και άλλους χώρους που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως προσωρινά καταφύγια, καθώς η αύξηση του πληθυσμού καθιστά σαφές ότι οι υφιστάμενες υποδομές ενδέχεται να μην επαρκούν.
Η διαδικασία χαρτογράφησης και ελέγχου των καταφυγίων στο σύνολικο εύρος της Θεσσαλίας αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τις 30 Ιουνίου, με τη συνεργασία Αστυνομίας, Πυροσβεστικής, μηχανικών, υγειονομικών υπηρεσιών και εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν οι χώροι αυτοί είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Μεταξύ άλλων, απαιτείται να διαθέτουν συστήματα πυρόσβεσης, παροχή νερού, τουαλέτες, επαρκή εξαερισμό και τουλάχιστον δύο εξόδους διαφυγής, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ασφάλεια.
Τα γνωστά καταφύγια της Λάρισας
Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά τα προηγούμενα χρόνια, στον αστικό ιστό της Λάρισας έχουν καταγραφεί έξι καταφύγια πολέμου, τα περισσότερα από τα οποία χρονολογούνται από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ωστόσο, λόγω της μακροχρόνιας εγκατάλειψης πολλών εξ αυτών, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είναι πλέον γνωστές ούτε οι είσοδοι τους, ενώ η ύπαρξή τους έχει καταγραφεί κυρίως από μαρτυρίες Λαρισαίων μίας άλλης εποχής.
Από τα έξι καταφύγια που έχουν εντοπιστεί, εκτιμάται ότι σε σχετικά καλή κατάσταση ενδέχεται να βρίσκονται μόνο δύο:το υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας στην κεντρική πλατεία της Λάρισας, στη συμβολή των οδών Παπαναστασίου και Κύπρου και το υπόγειο του παλιού κινηματογράφου «Ολύμπια», στην οδό Παναγούλη,απέναντι από τήν πλατεία Ταχυδρομείου.
Τα υπόλοιπα σημεία όπου φέρεται να υπάρχουν καταφύγια είναι:
στη συνοικία της Χαραυγής, στις εγκαταστάσεις της παλιάς αγγλικής κατασκευαστικής εταιρείας «Μπουτ», η οποία είχε έρθει το 1936 στη Θεσσαλία για αντιπλημμυρικά έργα
στο κρηπίδωμα της οδού Κ. Ροδόπουλου, στη συνοικία της Ανθούπολης, μεταξύ του στρατοπέδου Μπουγά και του πάρκου Σοφίας Βέμπο
στην πλατεία ΟΣΕ, στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας
κοντά στην πλατεία Άννας Φρανκ, κατά μήκος του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας.
Εκτός από τα δημόσια καταφύγια, υπάρχουν και ιδιωτικοί υπόγειοι χώροι σε κτίρια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Οι χώροι αυτοί ελέγχονται από ειδικές επιτροπές για να διαπιστωθεί αν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Γιατί δεν ανακοινώνονται οι θέσεις των καταφυγίων
Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον των πολιτών, οι αρμόδιες αρχές επισημαίνουν ότι οι ακριβείς θέσεις των καταφυγίων δεν δημοσιοποιούνται για λόγους ασφαλείας. Η διαχείριση και ο συντονισμός των χώρων αυτών γίνεται μέσω της Πολιτικής Άμυνας και της Υπηρεσίας Παλλαϊκής Άμυνας – Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.ΑΜ.–Π.Σ.Ε.Α.), σε συνεργασία με τις Περιφέρειες και τους Δήμους.
Την ίδια στιγμή, στους Δήμους έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια γραφεία πολιτικής άμυνας, τα οποία έχουν μεταξύ άλλων αρμοδιότητα τη συντήρηση των σειρήνων προειδοποίησης, την κατασκευή ή συντήρηση καταφυγίων και την εξασφάλιση πόρων για μέτρα προστασίας του άμαχου πληθυσμού.
Στη Λάρισα, όπως διαπιστώθηκε και το πρωί της 1ης Οκτωβρίου, όταν και ήχησαν στο πλαίσιο της διακλαδικής άσκησης «Παρμενίων», οι σειρήνες συναγερμού βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται διαγωνισμός του υπουργείου Εσωτερικών για την προμήθεια νέας γενιάς σειρήνων, οι οποίες -πέρα από τους κλασικούς ήχους συναγερμού- θα μπορούν να μεταδίδουν και φωνητικές οδηγίες προς τον πληθυσμό σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.





