Του Νίκου Ρουσάνογλου
Έντονη είναι η επιθυμία μετακόμισης των Ελλήνων τούς επόμενους 12 μήνες, όπως αποκαλύπτει έρευνα του δικτύου μεσιτικών γραφείων REMAX Ευρώπης, καθώς ένας στους πέντε Έλληνες (20%) αναμένει να μετακομίσει μέσα στο 2026 και το 36% δηλώνει ότι θα σκεφτόταν να μετακομίσει σε άλλη χώρα για καλύτερη ποιότητα ζωής. Οι αυξανόμενες ανάγκες για περισσότερο χώρο, καλύτερη ποιότητα της κατοικίας και χαμηλότερο κόστος στέγασης είναι οι βασικότεροι κινητήριοι μοχλοί της πρόθεσης μετακόμισης, ενώ από κοντά ακολουθεί και η μετακίνηση σε μια καλύτερη περιοχή.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η ανάγκη για καλύτερη κατοικία, την οποία επισημαίνει το 30% του δείγματος, είναι 12% μεγαλύτερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που δεν ξεπερνά το 18%. Αντίστοιχα, κατά 9% πάνω από τον μέσο όρο στην υπόλοιπη Ευρώπη κινείται και η επιλογή μετακόμισης για την επίτευξη χαμηλότερου κόστους στέγασης.
Τα ευρήματα αυτά συνδέονται, κατ’ αρχάς, με το γεγονός ότι οι Έλληνες είναι λιγότερο ικανοποιημένοι με την κατοικία στην οποία μένουν σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Συγκεκριμένα, με βάση την έρευνα, το 66% των ερωτηθέντων δηλώνει ικανοποιημένο, έναντι 68% το 2024, τη στιγμή όμως που ο μέσος όρος στην υπόλοιπη Ευρώπη αγγίζει το 77%.
Ωστόσο περίπου ένας στους τρεις Έλληνες (27%) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο κόστος της τωρινής του κατοικίας, έναντι 17% στο σύνολο των Ευρωπαίων, ενώ ακόμα περισσότεροι Έλληνες (34%) αντιμετωπίζουν δυσκολίες με τους λογαριασμούς ενέργειας (στην Ευρώπη το ποσοστό είναι 16%). Επίσης, περίπου ένας στους δέκα (11%) ξοδεύει πάνω από το 50% του εισοδήματός του σε στέγαση και λογαριασμούς, κάτι που επηρεάζει αρνητικά τα επίπεδα στεγαστικής ικανοποίησης.
Οι οικονομικές αυτές πιέσεις επηρεάζουν τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Συγκεκριμένα, το 15% των ενηλίκων στην Ελλάδα δηλώνει ότι ζει με τους γονείς του (Ευρώπη: 12%) και το 59% αυτών δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ενοίκιο ή αγορά σπιτιού. Επιπλέον, οι Έλληνες αγοράζουν το πρώτο τους σπίτι σε μεγαλύτερη ηλικία, με μέσο όρο τα 35 έτη, σε σύγκριση με τα 31 έτη στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η οικογενειακή στήριξη στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα εμφανής και όταν έρχεται η στιγμή για αγορά πρώτης κατοικίας. Μεταξύ των ιδιοκτητών, το 31% των Ελλήνων έλαβε κληρονομιά και το 38% χρηματικές δωρεές – ποσοστά υψηλότερα από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους (22% και 26% αντίστοιχα), ενώ 25% των Ελλήνων (έναντι 41% στην Ευρώπη) δηλώνουν ότι δεν συνέβαλε η οικογένειά τους σε αγορά κατοικίας.
Πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι και το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, καθώς, με βάση την έρευνα της REMAX, ανέρχεται στο 63%, έναντι 69% της Ε.Ε, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι 53% των Ελλήνων ιδιοκτητών έχουν εξοφλήσει πλήρως το σπίτι τους (Ευρώπη 47%) και μόνο το 10% έχει στεγαστικό δάνειο, έναντι 15% στο σύνολο της Ε.Ε., επιβεβαιώνοντας ότι στην Ελλάδα οι αγοραστές βασίζονται, κυρίως, σε ίδια κεφάλαια.
Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 69,7%, έναντι 68% του μέσου όρου στην Ε.Ε. Ωστόσο το 2010 το ποσοστό στην Ελλάδα διαμορφωνόταν σε 77,2%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των ενοικιαστών διαμορφωνόταν σε 22,8%. Είχε προηγηθεί μία δεκαετία κατά την οποία εκτινάχθηκε η στεγαστική πίστη, χορηγήθηκαν στεγαστικά δάνεια ύψους δεκάδων δισ. ευρώ και πολλοί βρέθηκαν με ιδιόκτητο ακίνητο, συχνά νεόδμητο. Ωστόσο, κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε, ένα ποσοστό δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, με αποτέλεσμα να παρατηρείται σταθερή μείωση του ποσοστού της ιδιοκατοίκησης.
Η εξέλιξη αυτή έχει επιταχυνθεί από το 2019 και μετά, καθώς τα “κόκκινα” στεγαστικά δάνεια εξαγοράστηκαν από διάφορα επενδυτικά funds, που ανέθεσαν τη διαχείριση του χρέους αυτού σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, προκειμένου να προχωρήσουν οι διαδικασίες των ρυθμίσεων. Εκ των πραγμάτων, κάποια από τα δάνεια δεν ρυθμίστηκαν και τα ακίνητα πέρασαν υπό τον έλεγχο των πιστωτών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο αριθμός των ενοικιαστών υπολογίζεται ότι έχει αυξηθεί κατά 720.000 το διάστημα από το 2010 έως και το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 33%, φτάνοντας το 30,3% του συνόλου του πληθυσμού. Παράλληλα, όσοι νοικιάζουν καλούνται να αντεπεξέλθουν σε συνεχώς επιδεινούμενες συνθήκες διαβίωσης, γεγονός που αποτελεί ακόμα μία ένδειξη επιδείνωσης της στεγαστικής κρίσης. Αυτό προκύπτει εξετάζοντας τον δείκτη συνωστισμού (overcrowding rate) μεταξύ όσων νοικιάζουν το ακίνητο στο οποίο μένουν. Με βάση την ορολογία της Eurostat, σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται όσοι άνθρωποι μένουν σε σπίτι όπου αντιστοιχεί λιγότερο από ένα δωμάτιο για κάθε ενήλικα ή ζευγάρι και ένα δωμάτιο για κάθε ζευγάρι παιδιών ηλικίας έως 12 ετών.
Σύμφωνα με τον δείκτη συνωστισμού που επιμελείται η Eurostat, στο τέλος του 2024, σε επίπεδο Ε.Ε., το σχετικό ποσοστό ανερχόταν στο 24,4% του συνόλου των ενοικιαστών, δηλαδή ένας στους τέσσερις διαμένει σε σπίτι μικρότερης επιφάνειας από την ιδανική. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ενοικιαστών ανέρχεται σήμερα σε 33%, δηλαδή ένας στους τρεις ενοικιαστές υποχρεούται να μένει σε σπίτι που θεωρείται μικρότερο από τις πραγματικές του ανάγκες. Το σχετικό μέγεθος είναι πρακτικά αμετάβλητο από το 2014, κάτι όμως που δεν μπορεί να είναι θετική εξέλιξη με δεδομένη την οικονομική ανάπτυξη που έχει μεσολαβήσει και την έξοδο της οικονομίας από τη βαθιά κρίση.
Σε άνοδο οι αναζητήσεις κατοικιών σε πιο προσιτές περιοχές
Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων στην έρευνα της REMAX Ευρώπης συμφωνούν και με έρευνα που πραγματοποιήθηκε με βάση τις αναζητήσεις στην πλατφόρμα ψηφιακών αγγελιών του Spitogatos.gr, η οποία και παρουσιάστηκε στην πρόσφατη εκδήλωση “Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις”, του επενδυτή και αναλυτή Ηλία Παπαγεωργιάδη. Μεταξύ όσων αναζήτησαν σπίτι προς ενοικίαση, παρατηρήθηκε στροφή σε πιο προσιτές περιοχές, όπως ο Πειραιάς και το Περιστέρι, που αναρριχήθηκαν στη σχετική λίστα. Αντιθέτως, και οι τρεις δημοφιλείς περιοχές των Νοτίων Προαστίων, δηλαδή η Γλυφάδα, η Καλλιθέα και η Νέα Σμύρνη, σημείωσαν πτώση στη σχετική κατάταξη. Συγκεκριμένα, η Γλυφάδα βρέθηκε στην έκτη θέση, από την τέταρτη το 2024, η Καλλιθέα στην τέταρτη, από τη δεύτερη του 2024, και η Νέα Σμύρνη στην ένατη θέση, από πέμπτη που ήταν το 2024.
“Η μεγάλη άνοδος του Περιστερίου, όπως και στην περίπτωση του Πειραιά, δείχνει ότι το μετρό και η βελτίωση μιας περιοχής μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα. Με την άνοδο των τιμών σε πολλά άλλα σημεία της Αττικής, το Περιστέρι συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πολλών, κάτι που φαίνεται και από τις γρήγορες πωλήσεις των περισσότερων νεόδμητων ακινήτων στην περιοχή”, σημειώνει ο κ. Παπαγεωργιάδης.
Πηγή: capital.gr





