Το ελληνικό κρασί τελειώνει; | Capital

Κατά 35,14% μειώθηκε η ελληνική οινοπαραγωγή την περίοδο 2023/2024

Της Ξανθής Γούναρη

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, η ελληνική οινοπαραγωγή παραμένει χαμηλότερη από τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές προς βασικές αγορές όπως η Γερμανία, η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς εμφανίζουν κάμψη, ενώ τα ράφια γεμίζουν ολοένα και περισσότερο με φθηνά κρασιά από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Βουλγαρία.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Η ελληνική οινοπαραγωγή για την αμπελοοινική περίοδο 2025/2026 διαμορφώθηκε στα 1.645.266 εκατόλιτρα, την τρίτη χαμηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί στη χώρα. Μόλις δύο χρόνια πριν, την περίοδο 2023/2024, σημειώθηκε το ιστορικό χαμηλό των 1.379.433 εκατόλιτρων.

Είναι αλήθεια ότι η φετινή παραγωγή εμφανίζεται αυξημένη κατά περίπου 15% σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα: η ελληνική παραγωγή παραμένει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ), βασισμένα στις δηλώσεις παραγωγής των οινοποιείων και στην ενημέρωση του αρμόδιου τμήματος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σκιαγραφούν έναν κλάδο που λειτουργεί πλέον υπό διαρκή πίεση.

Μακριά από τον ιστορικό μέσο όρο

Η σύγκριση με το παρελθόν αποκαλύπτει το εύρος της υποχώρησης. Στην εικοσαετία 1993–2013, η ελληνική οινοπαραγωγή έφτανε κατά μέσο όρο τα 3.577.000 εκατόλιτρα ετησίως. Σήμερα η χώρα παράγει λιγότερο από τη μισή ποσότητα.

Σε σχέση με το 1990, η συνολική παραγωγή εμφανίζεται μειωμένη κατά περίπου 40%, ενώ ακόμη και σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας καταγράφεται πτώση 15,07%.

Η φετινή χρονιά επιβαρύνθηκε σημαντικά από τις ακραίες καιρικές συνθήκες. Οι παγετοί του Μαρτίου και του Απριλίου 2025 προκάλεσαν ζημιές σε πολλές αμπελουργικές ζώνες, ενώ η παρατεταμένη ξηρασία της άνοιξης και του καλοκαιριού επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Η κλιματική κρίση έχει πλέον απτό αντίκτυπο στον ελληνικό αμπελώνα. Ωστόσο, πίσω από τις καιρικές συνθήκες κρύβεται και μια βαθύτερη αιτία: η σταθερή συρρίκνωση των εκτάσεων αμπελοκαλλιέργειας. Χιλιάδες στρέμματα εγκαταλείπονται χωρίς να αντικαθίστανται, καθώς η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και η περιορισμένη είσοδος νέων παραγωγών αποδυναμώνουν τον κλάδο.

Πίεση στην αγορά και άνοδος τιμών

Την ίδια στιγμή, η χαμηλή παραγωγή δημιουργεί πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα του κρασιού. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, οι διαθέσιμες ποσότητες ελληνικού κρασιού δεν επαρκούν για να καλύψουν πλήρως τη ζήτηση της εγχώριας αγοράς. Τα οινοποιεία δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκείς ποσότητες σταφυλιών, το χονδρεμπόριο βλέπει τις τιμές να αυξάνονται και η ενδιάμεση αγορά πιέζεται έντονα.

Το παράδοξο είναι ότι η άνοδος αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε υψηλότερες τιμές για τον σταφυλοπαραγωγό.

Η ανάλυση της σύνθεσης της φετινής παραγωγής δείχνει επίσης σημαντικά χαρακτηριστικά της αγοράς. Οι οίνοι χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη αποτελούν σχεδόν το μισό της συνολικής παραγωγής, φτάνοντας το 49,29% ή 810.947 εκατόλιτρα.

Οι οίνοι Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ) αντιπροσωπεύουν το 25,05% της παραγωγής με 412.103 εκατόλιτρα, ενώ οι ποικιλιακοί οίνοι καταλαμβάνουν ποσοστό 17,18% ή 282.712 εκατόλιτρα.

Οι οίνοι Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) περιορίζονται στο 8,20% της παραγωγής, δηλαδή 134.939 εκατόλιτρα.

Σε επίπεδο τύπου κρασιού, κυριαρχούν οι λευκοί οίνοι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν 66,27% της συνολικής παραγωγής.

Διαφορετικές ταχύτητες στις εξαγωγές

Η εικόνα των εξαγωγών παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανά αγορά. Σύμφωνα με ανάλυση προσωρινών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκε η ΚΕΟΣΟΕ, οι εξαγωγές προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζουν αύξηση, ενώ προς τρίτες χώρες καταγράφεται υποχώρηση.

Στην ΕΕ, οι πέντε βασικές αγορές, ήτοι Γερμανία, Κύπρος, Γαλλία, Κάτω Χώρες και Ιταλία, συγκεντρώνουν το 83,53% της συνολικής αξίας των εξαγωγών, που το 2025 έφτασε τα 54 εκατ. ευρώ.

Η Γερμανία παραμένει η σημαντικότερη αγορά για το ελληνικό κρασί, αλλά εμφανίζει μείωση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά: -5,38% σε αξία και -7,97% σε ποσότητα.

Αντίθετα, η Κύπρος εμφανίζει ισχυρή άνοδο, με αύξηση 9,92% σε αξία και 41,83% σε ποσότητα. Η Γαλλία, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει σημαντική κάμψη για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με πτώση 28,97% σε αξία και 24,93% σε ποσότητα.

Στις αγορές εκτός ΕΕ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό προορισμό για το ελληνικό κρασί. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά από χρόνια συνεχούς ανάπτυξης, το 2025 καταγράφηκε υποχώρηση 13,86% σε αξία και 11,35% σε ποσότητα. Παρόμοια εικόνα εμφανίζει και ο Καναδάς, όπου οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 8,13% σε αξία μετά από μια δεκαετία σταθερής ανόδου. Εξαίρεση αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι εξαγωγές διατηρούν θετική πορεία, με αύξηση 6,66% σε αξία και 3,60% σε ποσότητα.

Οι εισαγωγές πλημμυρίζουν την αγορά

Η περιορισμένη εγχώρια παραγωγή έχει ανοίξει τον δρόμο για την ενίσχυση των εισαγωγών. Το 2024 οι εισαγωγές κρασιού αυξήθηκαν κατά 39,95%, εξέλιξη που συνδέθηκε άμεσα με τη χαμηλή παραγωγή του 2023. Η τάση συνεχίστηκε και το 2025, όταν οι εισαγωγές κατέγραψαν νέα αύξηση 18,73%.

Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγόμενων ποσοτήτων προέρχεται από τρεις χώρες: Ιταλία, Ισπανία και Βουλγαρία. Πρόκειται κυρίως για χύμα κρασιά χαμηλού κόστους που εισέρχονται στην αγορά με ασαφή ή ελλιπή επισήμανση.

Το γεγονός αυτό προκαλεί έντονο προβληματισμό στον κλάδο, καθώς εγείρονται ερωτήματα για το πώς αυτά τα κρασιά καταλήγουν τελικά στο ποτήρι του Έλληνα καταναλωτή.

Ένας κλάδος σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Η κρίση που αντιμετωπίζει ο ελληνικός αμπελοοινικός τομέας δεν οφείλεται μόνο στις καιρικές συνθήκες. Η μείωση των εκτάσεων αμπελοκαλλιέργειας, η γήρανση των παραγωγών, η περιορισμένη είσοδος νέων στον κλάδο και η απουσία συνεκτικής στρατηγικής ενισχύουν τη δομική αδυναμία του.

Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές αντιστοιχούν μόλις στο 19,71% της παραγωγής της περιόδου 2024/2025, ποσοστό που δείχνει πόσο περιορισμένη παραμένει η διεθνής διείσδυση του ελληνικού κρασιού.

Η αμπελοκαλλιέργεια αποτελεί κομμάτι της ιστορίας και της πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ωστόσο, χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την ενίσχυση της παραγωγής και την ανανέωση του αμπελουργικού δυναμικού, ο κίνδυνος είναι ορατός: η εγχώρια ζήτηση να καλύπτεται ολοένα και περισσότερο με εισαγόμενο κρασί.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ