Καθώς η σύγκρουση με το Ιράν κλιμακώνεται, στην Ουάσιγκτον ανοίγει μια δεύτερη συζήτηση πέρα από το πεδίο της μάχης. Για τον πρόεδρο Τραμπ, η κρίση εξελίσσεται και σε ένα τεστ αξιοπιστίας για τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Washington Examiner», στον Λευκό Οίκο επικρατεί η εντύπωση ότι ο Τραμπ «σημειώνει ονόματα». Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μετατρέπεται έτσι σε μια άτυπη λίστα για το ποιοι σύμμαχοι στάθηκαν στο πλευρό του και ποιοι επέλεξαν να κρατήσουν αποστάσεις, ίσως στην πιο κρίσιμη στιγμή της δεύτερης θητείας του.
Αυτό δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη για έναν πολιτικό γνωστό για τη σχεδόν εμμονική του επικέντρωση στο ζήτημα της αφοσίωσης των συνεργατών και των συμμάχων του. Η διαφοροποίηση αυτή έγινε εμφανής και στο Οβάλ Γραφείο κατά τη συνάντηση με τον γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Ο αμερικανός πρόεδρος απέφυγε να αντιμετωπίσει την Ευρώπη ως ενιαίο μπλοκ και δεν «τσουβάλιασε» όλους τους ευρωπαίους ηγέτες μαζί. Αντιθέτως, ξεχώρισε χώρες που θεωρεί συνεργάσιμες από εκείνες που, κατά την άποψή του, δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες της Ουάσιγκτον.
Από τον γνωστό πλέον καναπέ στο Οβάλ Γραφείο επιφύλαξε θετικά σχόλια για τη Γερμανία, ενώ άσκησε έντονη κριτική προς την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο για τη στάση τους απέναντι στην αμερικανική επιχείρηση. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επιδιώξει συστηματικά να καλλιεργήσει την εικόνα του προβλέψιμου και αξιόπιστου εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα από μια σειρά ενίοτε δύσκολων αποφάσεων, όπως για παράδειγμα στην ψηφοφορία για τη μείωση των εκπομπών από τα πλοία στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, η ελληνική πλευρά έχει ενισχύσει την εικόνα της στην Ουάσιγκτον ως χώρα που στηρίζει τη διατλαντική συνεργασία σε κρίσιμες στιγμές. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίζεται να αξιολογεί προσεκτικά τη στάση των συμμάχων του, αυτή η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Την ίδια στιγμή, στο στρατιωτικό επίπεδο η σύγκρουση εξελίσσεται σε έναν αγώνα φθοράς. Το Ιράν επιχειρεί να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης πλήττοντας αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αποδομήσουν συστηματικά τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης.
Η πρόσφατη εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έχει δείξει ότι το στρατιωτικό σκέλος ενός πολέμου μπορεί να σχεδιαστεί με σχετική ακρίβεια. Η πολιτική του κατάληξη όμως παραμένει πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί και συχνά συνοδεύεται από απρόβλεπτες συνέπειες. Οπως επισημαίνουν άλλωστε αναλυτές στην Ουάσιγκτον, συμβόλαια για πτώσεις καθεστώτων και ομαλές πολιτικές μεταβάσεις δεν υπάρχουν.
Πηγή: tanea.gr





