Η διακοπή της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Κατάρ μετατρέπει το γεωπολιτικό ρίσκο της Μέσης Ανατολής σε άμεσο οικονομικό σοκ για τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ήδη προς τα 90 δολάρια το βαρέλι, ενώ αναλύσεις διεθνών μέσων, όπως οι Financial Times, εξετάζουν σενάρια ακόμη και για επίπεδα κοντά στα 150 δολάρια σε περίπτωση παρατεταμένης διαταραχής της προσφοράς.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, η οποία μόλις τα τελευταία δύο χρόνια κατάφερε να περιορίσει τον πληθωρισμό στην ενέργεια που είχε εκτινάξει τον γενικό δείκτη τιμών πάνω από το 10% το 2022.
Η Μέση Ανατολή και η σημασία του Κατάρ
Η σημασία του Κατάρ στην παγκόσμια αγορά ενέργειας εξηγεί την ένταση της αντίδρασης των αγορών. Η χώρα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο, καλύπτοντας περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη. Όταν ένας τόσο μεγάλος προμηθευτής αποσύρεται από την αγορά, έστω και προσωρινά, η παγκόσμια προσφορά μειώνεται και οι διεθνείς τιμές προσαρμόζονται σχεδόν ακαριαία.

Για την Ελλάδα, το γεγονός ότι δεν προμηθεύεται άμεσα φυσικό αέριο από το Κατάρ δεν λειτουργεί ως προστατευτικό δίχτυ. Οι τιμές ενέργειας διαμορφώνονται σε διεθνές επίπεδο και όχι με βάση τις διμερείς σχέσεις προμήθειας.
Η ελληνική αγορά φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας αγοράζει φορτία LNG μέσω διεθνών συμβολαίων και spot αγορών, κυρίως μέσω του τερματικού σταθμού της Ρεβυθούσας και των νέων πλωτών τερματικών. Αν οι διεθνείς τιμές LNG αυξηθούν λόγω της μείωσης της παγκόσμιας προσφοράς, το επόμενο φορτίο που θα φτάσει στην Ελλάδα, είτε από τις ΗΠΑ είτε από την Αφρική, θα είναι απλώς ακριβότερο.
Η αγορά ενέργειας σε φάση έντασης και η Μέση Ανατολή
Το σοκ που προκαλεί η διακοπή παραγωγής στο Κατάρ δεν αφορά μόνο το φυσικό αέριο. Η διεθνής αγορά ενέργειας λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο μεταξύ πετρελαίου, LNG και ηλεκτρικής ενέργειας. Όταν περιορίζεται η προσφορά σε ένα βασικό καύσιμο, οι τιμές αυξάνονται σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους ενεργειακούς κόμβους στον κόσμο. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διέρχονται καθημερινά περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης, καθώς και σημαντικό μέρος των θαλάσσιων μεταφορών LNG.
Η οποιαδήποτε διαταραχή σε αυτή τη διαδρομή αυξάνει τα ασφάλιστρα κινδύνου για τα δεξαμενόπλοια και ανεβάζει το κόστος μεταφοράς καυσίμων.
Η εμπειρία των προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων δείχνει ότι η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά ενέργειας. Το κόστος μεταφέρεται γρήγορα σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας μεταφορές, παραγωγή, τρόφιμα και υπηρεσίες.
Η ευρωπαϊκή οικονομία μπροστά σε νέο ενεργειακό κύκλο
Η Ευρώπη βρισκόταν ήδη σε μια εύθραυστη φάση οικονομικής ανάκαμψης. Μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, οι τιμές ενέργειας είχαν σταδιακά αποκλιμακωθεί, επιτρέποντας στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης να επιστρέψει κοντά στο 2,5%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.
Η σταθεροποίηση αυτή αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για την αλλαγή της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι αγορές ανέμεναν σταδιακή μείωση των επιτοκίων μέσα στο 2026, καθώς ο πληθωρισμός πλησίαζε τον στόχο του 2%.
Ένα νέο ενεργειακό σοκ μπορεί να ανατρέψει αυτή τη δυναμική. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 30% έως 40% μπορεί να προσθέσει 1 έως 2 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό, ανάλογα με τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ΕΚΤ θα βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα της διατήρησης υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας
Η Ελλάδα είναι από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια. Το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αναγκών της καλύπτεται από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος των διεθνών τιμών μεταφέρεται άμεσα στην εγχώρια οικονομία. Οι αυξήσεις εμφανίζονται πρώτα στα καύσιμα και στην ηλεκτρική ενέργεια, αλλά γρήγορα επηρεάζουν το κόστος μεταφορών, την αγροτική παραγωγή και τη βιομηχανία.
Παράλληλα, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει συνδεδεμένη με τις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου, καθώς οι μονάδες αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν συχνά την οριακή τιμή στο σύστημα ηλεκτρισμού.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας επηρεάζει άμεσα το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών ξεπερνά ήδη τα 30 δισ. ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι μια μεγάλη αύξηση στις τιμές ενέργειας μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Σε ένα σενάριο σημαντικής αύξησης των τιμών καυσίμων, το επιπλέον κόστος εισαγωγών ενέργειας θα μπορούσε να φτάσει τα 3 δισ. ευρώ ετησίως, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια του φαινομένου.
Πληθωρισμός με φόντο τη Μέση Ανατολή
Η ενέργεια αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό. Όταν αυξάνονται οι τιμές καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, το κόστος μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Η άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζει:
● τις μεταφορές
● την παραγωγή τροφίμων
● τις υπηρεσίες
● τα ενοίκια και το κόστος λειτουργίας επιχειρήσεων.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, που ήδη δαπανούν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες, η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του πραγματικού εισοδήματος κατά 3% έως 5% μέσα σε έναν χρόνο.
Επιπτώσεις στην ανάπτυξη
Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση και στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα στον τουρισμό. Η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65% του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά την οικονομία ιδιαίτερα ευαίσθητη σε μεταβολές του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μειώνει την κατανάλωση, καθώς τα νοικοκυριά περιορίζουν άλλες δαπάνες για να καλύψουν τα βασικά έξοδα ενέργειας.
Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος παραγωγής, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τις επενδύσεις και να αυξήσει τις τιμές.
Σε ένα σενάριο παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης, η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά 0,5 έως 1 ποσοστιαία μονάδα.
Πηγή: ot.gr





