DBRS: Τα 4+1 «φρένα» για την ελληνική οικονομία –

DBRS: Τα 4+1 «φρένα» για την ελληνική οικονομία

Αρκετούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία ανέδειξε η αξιολόγηση του καναδικού οίκου DBRS, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες, διατηρώντας την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στο “BBB”. Πέραν της προφανούς παραμέτρου η οποία δεν είναι άλλη από τον εξελισσόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οίκος εντοπίζει και διαρθρωτικά ζητήματα για την ελληνική οικονομία, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί.

Παρότι οι ευνοϊκές οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν και το 2026, οι προοπτικές της οικονομίας αντιμετωπίζουν σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, αναφέρεται μέσα στην έκθεση της DBRS. Άλλωστε, οι οικονομολόγοι του καναδικού οίκου επισημαίνουν ότι παραμένει αβέβαιο το κατά πόσο η αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε διατηρήσιμη άνοδο του παγκόσμιου κόστους ενέργειας.

Για αυτό και «παρά τις θετικές προοπτικές, η οικονομική εικόνα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές της ενέργειας. Εάν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ενδέχεται να επανεμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις και να περιοριστεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών».

Πέραν του πολέμου, «η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από το ακόμη υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, τη σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, το οποίο την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς», σύμφωνα με την DBRS.

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση μιας σαφώς πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους προϋποθέτει επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάργηση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026

Τι συμβαίνει στην ελληνική οικονομία με το δημόσιο χρέος

Όπως εξηγείται, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, μειωμένο από 158,6% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της ευρωζώνης ανέρχεται στο 88,1%.

Για τα επόμενα χρόνια, το σχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 προβλέπει περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στις προσδοκίες για ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και επιπλέον πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους, ιδίως δανείων από το Greek Loan Facility (GLF).

Παρότι το υψηλό επίπεδο χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του χρέους και στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου.

Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση μιας σαφώς πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους προϋποθέτει επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάργηση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026.

Για τα επόμενα χρόνια, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό, στο 5,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 5,8% το 2027

Παραμένει η «ψαλίδα» στο ισοζύγιο

Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.

Παρότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από το 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε εκτιμώμενο 5,7% το 2025, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών στις εισαγωγές ενέργειας, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

Η επιδείνωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στον τομέα των επενδύσεων, η οποία οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών. Η εξέλιξη αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές τουριστικών υπηρεσιών.

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών εκτιμάται στο 13,5% του ΑΕΠ για το 2025, έναντι πλεονάσματος 9,1% στο ισοζύγιο υπηρεσιών.

Για τα επόμενα χρόνια, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό, στο 5,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 5,8% το 2027.

Χαμηλά η παραγωγικότητα

Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα επίπεδα των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2023, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.

Το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά τη χώρα πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς

Διαρθρωτικές προκλήσεις και επενδύσεις

Ακόμη, σύμφωνα με την DBRS, παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια με ταχύτερο ρυθμό από πολλές άλλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.

Η διατήρηση της αυξημένης επενδυτικής δραστηριότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου εγχώριων αποταμιεύσεων. Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά τη χώρα πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.

Υποβάθμιση εάν…

Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εάν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

(1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα θέσουν το δημόσιο χρέος σε σταθερή ανοδική πορεία·

(2) αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή

(3) σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.

Οι επόμενοι κρίσιμοι σταθμοί

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι οίκοι αξιολόγησης (ακολουθούν άλλοι δύο μέσα στον Μάρτιο μετά την DBRS) προφανώς και δεν θα κρίνουν μόνο από τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, αλλά θα εξετάσουν τη γεωπολιτική ένταση που δημιουργεί ένα νέο μακροοικονομικό τοπίο.

Αναφορικά με τις επερχόμενες «κρίσεις» για την ελληνική οικονομία, οι αξιολογήσεις για το αξιόχρεο που ακολουθούν είναι η Moody’s στις 13 Μαρτίου (εάν δεν το αναβάλει λόγω του πολέμου), η Scope στις 20 Μαρτίου, η S&P στις 24 Απριλίου και η Fitch στις 8 Μαΐου.

Από το ερχόμενο φθινόπωρο ξεκινά στις 4 Σεπτεμβρίου με την DBRS. Ακολουθούν οι Moody’s και Scope που θα ανακοινώσουν τις αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα στις 18 Σεπτεμβρίου. Στις 23 Οκτωβρίου θα ακολουθήσει η S&P και στις 6 Νοεμβρίου η Fitch.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ