Επιβεβαίωσε το ΒΒΒ για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η DBRS -…

Επιβεβαίωσε το ΒΒΒ για την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η DBRS -...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23.17

Στη βαθμίδα ΒΒΒ διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας ο καναδικός οίκος DBRS Morningstar, επιβεβαιώνοντας τις σταθερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. 

Όπως αναφέρει η DBRS, οι σταθερές προοπτικές αποτυπώνουν την εκτίμησή της ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας είναι ισορροπημένοι. Οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις παρέμειναν ευνοϊκές κατά το 2025. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, χάρη στην έντονη επενδυτική δραστηριότητα, την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των τουριστικών αφίξεων. Οι δημοσιονομικές εξελίξεις ευνοήθηκαν όχι μόνο από τους κυκλικούς παράγοντες, αλλά και από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και ως εκ τούτου αύξησαν τα δημόσια έσοδα. Μεταξύ του δ’ τριμήνου 2024 και του γ’ τριμήνου 2025, το ισοζύγιο του γενικού κρατικού προϋπολογισμού παρουσίασε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ. Τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα και οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης οδήγησαν σε περαιτέρω μείωση του ακόμη πολύ υψηλού δείκτη δημόσιου χρέους. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025 από 158,6% τον Σεπτέμβριο του 2024.

Με βάση το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2026, η κυβέρνηση προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί περαιτέρω στο 138,2% έως το τέλος του 2026, χάρη στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, στα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και στις πρόωρες αποπληρωμές μέρους του δημόσιου χρέους.

Ωστόσο, η Morningstar DBRS σημειώνει ότι το οικονομικό περιβάλλον εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κινδύνους, όπως ενδεχόμενη κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων ή μια νέα άνοδο στις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η συνέχιση της καθοδικής πορείας του χρέους θα εξαρτηθεί από τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και από τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης μετά τη λήξη των επιχορηγήσεων του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης το 2026.

Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στο BBB υποστηρίζεται από τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του εγχώριου τραπεζικού τομέα, το αξιόπιστο πλαίσιο  πολιτικής της χώρας και την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της ευρωζώνης. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υλοποιήσει βασικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους. Ωστόσο, η αξιολόγηση της Ελλάδας περιορίζεται από το ακόμη υψηλό ποσοστό δημόσιου χρέους, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας της, το οποίο την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Επιπλέον, το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οικονομίας επιβαρύνουν το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.

Η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή – Οι διαρθρωτικές προκλήσεις

Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ισχυρούς ρυθμούς τον περασμένο χρόνο. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, στηριζόμενο στη δυνατή εγχώρια ζήτηση και στην αύξηση των τουριστικών αφίξεων. Η ιδιωτική κατανάλωση υποστηρίχθηκε από ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, με σταθερή αύξηση της απασχόλησης και περαιτέρω μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 7,5% στο τέλος του 2025, από 9,4% στο τέλος του 2024.

Επιπλέον, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ενίσχυσαν τη δραστηριότητα επενδύσεων, ιδιαίτερα στον τομέα της κατοικίας και των μη οικιστικών κατασκευών. Η Ελλάδα έχει πετύχει από τις κορυφαίες επιδόσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την επίτευξη βασικών στόχων του Ταμείο Ανάκψης και την απορρόφηση των πόρων – ποσό 35,9 δισ. ευρώ (15,2% του ονομαστικού ΑΕΠ 2024) σε επιχορηγήσεις και δάνεια.

Η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και 1,7% το 2027. Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί από τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης και των πραγματικών μισθών, λόγω της μείωσης των πληθωριστικών πιέσεων. Η δραστηριότητα επενδύσεων αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά να ατονήσει στη συνέχεια, καθώς οι εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης θα ολοκληρωθούν.

Η οικονομική προοπτική είναι εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κινδύνους, όπως η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές ενέργειας. Υψηλές και τιμές ενέργειας για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσαν να επαναφέρουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να επηρεάσουν την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών.

Παρόλο που η οικονομία προβλέπεται να αναπτυχθεί με υψηλότερο ρυθμό από τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες τα επόμενα χρόνια, εντούτοις συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η διατήρηση της πρόσφατης αύξησης της επενδυτικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα πιθανώς θα απαιτήσει μεγάλες εισροές ξένου κεφαλαίου, δεδομένου του χαμηλού εγχώριου ποσοστού αποταμίευσης.

Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ, ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού, που παραμένει βασικός τομέας δραστηριότητας σε μια οικονομία που βασίζεται στις υπηρεσίες. Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 83% των καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2024.

Παρόλο που η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, εντούτοις παραμένει αρκετά χαμηλότερη από τα επίπεδα των περισσότερων άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Σύμφωνα με την Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ανήλθε μόλις στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ27 το 2023 (βάσει προτύπων αγοραστικής δύναμης).

Η DBRS θεωρεί ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και θα συνεχίσει να στηρίζει πιθανότατα την ανάπτυξη της παραγωγικότητας μεσοπρόθεσμα. 

Ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα

Η ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα. Μετά την καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος στο 4,8% του ΑΕΠ το 2024, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν άλλη μία ισχυρή δημοσιονομική επίδοση.

Το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε σε 5,2% του ΑΕΠ μεταξύ του δ’ τριμήνου 2024 και του γ’ τριμήνου 2025, σε σύγκριση με τον στόχο 3,6% για ολόκληρο το 2025 που είχε δημοσιευτεί στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2026 τον Οκτώβριο του 2025.

Το πλεόνασμα του  προϋπολογισμού μεταξύ δ’ τριμήνου 2024 και γ’ τριμήνου 2025 διαμορφώθηκε στο 2,6% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με τον στόχο 0,6% για ολόκληρο το 2025. Αυτή η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση οφείλεται στη μεγάλη αύξηση των εσόδων.

Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 9,1% σε ετήσια βάση στο πρώτο 9μηνο του 2025, υπερβαίνοντας την αύξηση των συνολικών δαπανών κατά 5,1%. Τα δημόσια έσοδα επωφελήθηκαν όχι μόνο από κυκλικούς παράγοντες, αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση, όπως η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και η αυτόματη μεταφορά στοιχείων λιανικής πώλησεις πωλήσεων από τα POS στις φορολογικές αρχές.

Το Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2026 προβλέπει μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,8% του ΑΕΠ για το 2026 και έλλειμμα 0,1% στον συνολικό προϋπολογισμό.

Οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από 2,3% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6% το 2026. Παρόλο που οι πιέσεις στις δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα στον τομέα της άμυνας και εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα, η DBRS εκτιμά ότι η δημοσιονομική στάση της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή τα επόμενα χρόνια.

 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ