Του Τάσου Δασόπουλου
Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και η δυναμική διαχείριση του χρέους από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΥΠΕΘΟ) και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) αλλά και η σημαντική βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών τα τελευταία δύο χρόνια θα είναι η βάση των δέκα αξιολογήσεων που θα περάσει η Ελλάδα από τους μεγάλους οίκους, οι οποίοι θα αποφασίσουν για την επόμενη αναβάθμιση του αξιόχρεου.
Η τεράστια αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει διεθνώς ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, μπορεί να καθυστερήσει αλλά όχι να αναβάλει για πολύ, την επόμενη αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Τούτο, την στιγμή που οι αγορές συνεχίζουν να τιμολογούν τα ελληνικά ομόλογα μία ή δύο βαθμίδες ψηλότερα από την αξιολόγηση που έχει σήμερα η χώρα μας.
Ο κίνδυνος υψηλού πληθωρισμού, με σημείο αναφοράς τις τιμές ενέργειας, είναι μάλλον βοηθητικός στην πορεία μείωσης του χρέους, αφού αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και άρα μειώνει αυτόματα το ύψος του χρέους, ενώ θα έχουμε περισσότερα έσοδα από έμμεσους φόρους. Τούτο, ενώ η ελληνική οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει μειώνοντας με μεγάλη ταχύτητα το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ με τη βοήθεια πολύ υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Ειδικότερα, είναι ήδη καταγεγραμμένη η μείωση του χρέους κατά 8,3% του ΑΕΠ το 2025, ενώ για το 2026 η μείωση αναμένεται να αγγίξει και πάλι το 10% του ΑΕΠ από 7, 2% που είχε αρχικά προγραμματιστεί. Επίσης, η Ελλάδα έχει να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα μεγαλύτερο του 4% του ΑΕΠ για το 2024 και το 2025, ενώ και φέτος αναμένεται να φτάσει πάνω από 3% του ΑΕΠ. Παράλληλα, η συνέχιση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και οι προσπάθειες να ξεκαθαριστούν οι ισολογισμοί των τραπεζών είναι στοιχεία που μπορούν να πείσουν του οίκους αξιολόγησης για νέα αναβάθμιση.
Όλα αυτά, ενώ και η αντοχή της οικονομίας έχει αποδειχθεί στις διαδοχικές κρίσεις που προηγήθηκαν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συνεχίζει να έχει κάθε λόγο να περιμένει μια ακόμη αναβάθμιση της οικονομίας σε ένα περιβάλλον δύσκολο μεν, αλλά ανάλογο αυτό του τέλους 2023 όταν ανέκτησε μετά από 14 χρόνια την επενδυτική βαθμίδα.
Οι δύο κύκλοι αξιολογήσεων
Μέσα στο Μάρτιο έχουν προγραμματιστεί τρεις αξιολογήσεις: Στις 6 του μήνα τον χορό θα ανοίξει ο καναδικός οίκος DBRS, ο οποίος αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ τον περασμένο Μάρτιο. Έκτοτε διατηρεί την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, με τον χαρακτηρισμό “σταθερή”.
Μια εβδομάδα αργότερα, στις 13 Μαρτίου είναι προγραμματισμένη (αλλά υπάρχει πιθανότητα η ημερομηνία να αλλάξει) η αξιολόγηση του οίκου Moody’s. Ο αμερικανικός οίκος έδωσε με καθυστέρηση την ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα (Baa3) τον περασμένο Μάρτιο. Η Moody’s διατήρησε την Ελλάδα στη βαθμίδα Baa3 και στην αξιολόγηση του περασμένου Σεπτεμβρίου, με σύσταση “σταθερή”.
Η τρίτη αξιολόγηση του Μαρτίου είναι από τον γερμανικό οίκο SCOPE στις 20 Μαρτίου. Ο συγκεκριμένος οίκος ήταν ο πρώτος που αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ τον Δεκέμβριο του 2024 και τον περασμένο Νοέμβριο αναβάθμισε την προοπτική της ελληνικής οικονομίας, σε “θετική”. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να κάνει ξανά την έκπληξη και να ανοίξει τον χορό των αναβαθμίσεων στη βαθμίδα ΒΒΒ+ για το 2026. Τέλος, στις 24 Απριλίου θα έρθει η σειρά της Standard & Poor’s και στις 8 Μαΐου του οίκου Fitch.
Χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί τίποτα, η αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει το ανοιχτό θέμα με τον πόλεμο στο Ιράν αναμένεται να οδηγήσει τους οίκους αξιολόγησης να κρατήσουν στάση αναμονής κατά το πρώτο γύρο.
Η όποια εξέλιξη θα έρθει τον Σεπτέμβριο με άλλες τρεις αξιολογήσεις Πρώτη και στον δεύτερο κύκλο θα είναι η DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου. Στις 18 Σεπτεμβρίου, είναι προγραμματισμένες δύο αξιολογήσεις. Οι οίκοι Moody’s και SCOPE θα κάνουν τις δεύτερες αξιολογήσεις του έτους για την ελληνική οικονομία.
Μετά και την τριπλή αξιολόγηση του Σεπτεμβρίου, θα έχουμε τις δεύτερες αξιολογήσεις των οίκων Standard & Poor’s (στις 23 Οκτωβρίου) και Fitch (στις 6 Νοεμβρίου).
Πηγή: capital.gr





