Της Ελευθερίας Κούρταλη
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας παραμένει το βασικό θέμα όσον αφορά τις προοπτικές του 2026, όπως σημειώνει η Citigroup. Η παγκόσμια ανάπτυξη πέρυσι φαίνεται να έχει φτάσει το 3% και η αμερικάνικη τράπεζα βλέπει παρόμοια ισχυρή ανάπτυξη και τα επόμενα δύο χρόνια, με την παγκόσμια οικονομία να αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 2,9% φέτος και 2,8% το 2027. Δεδομένων αυτών των προβλέψεων, σε συνδυασμό με τις προσδοκίες της για υποτονικό παγκόσμιο πληθωρισμό και υποστηρικτικές νομισματικές συνθήκες, συνεχίζει να ποντάρει σε ένα σενάριο Goldilocks, όπως τονίζει. Το βέβαιο είναι πως η παγκόσμια οικονομία θα αντιμετωπίσει σοκ και προκλήσεις, όπως και τα τελευταία χρόνια. Αλλά το βασικό συμπέρασμα από την πρόσφατη εμπειρία είναι ότι η οικονομία είναι ανθεκτική και έχει αξιοσημείωτη ικανότητα προσαρμογής.
Ένα σημαντικό επακόλουθο είναι ότι η παγκόσμια οικονομία δεν έχει υποστεί ύφεση που να οφείλεται σε οικονομικούς, χρηματοπιστωτικούς ή ακόμη και γεωπολιτικούς παράγοντες από την έναρξη της Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Κρίσης πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, όπως σημειώνει η Citi. Η μία πλήρης ύφεση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των δύο δεκαετιών προκλήθηκε από μια παγκόσμια πανδημία, η οποία ήταν ένα εντελώς εξωγενές σοκ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ίσως είναι καιρός οι οικονομολόγοι να επανεξετάσουν τους μηχανισμούς μέσω των οποίων συμβαίνουν οι υφέσεις και το μέγεθος (και τον τύπο) των σοκ που είναι απαραίτητοι για να προκαλέσουν τέτοια αποτελέσματα, επισημαίνει η αμερικάνικη τράπεζα.
“Φυσικά, δεν θέλουμε να υπερβάλουμε σε αυτό το σημείο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν αρκετά μεγάλα σοκ —ή συνδυασμός αρκετά σοβαρών σοκ— που θα μπορούσαν να ωθήσουν την οικονομία σε ύφεση ή, τουλάχιστον, σε σημαντικά χαμηλότερες επιδόσεις”, προσθέτει η Citi.
Έχοντας τα παραπάνω υπόψη, οι αναλυτές της επισημαίνουν τους μεγαλύτερους κινδύνους και τις σημαντικότερες προκλήσεις που εκτιμούν ότι θα βρίσκονται στο επίκεντρο αυτή η χρονιά, που είναι οι εξής:
Το “ξεφούσκωμα” του επενδυτικού ενθουσιασμού γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη
Η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτέλεσε πρόσφατα βασικό μοχλό ανάπτυξης, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε μέρη της Ασίας. Ωστόσο, οι αποτιμήσεις πολλών παραγωγών Τεχνητής Νοημοσύνης είναι επιθετικές και οι τρέχουσες επενδυτικές ανάγκες σημαντικές. Οι αγορές αντιμετώπισαν πρόσφατα φόβους ότι οι μεγάλες εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης αποτιμώνται υπερβολικά αισιόδοξα και ότι ο πρόσφατος ρυθμός επενδύσεων ενδέχεται να μην είναι βιώσιμος. Οποιαδήποτε σημαντική περικοπή/περιορισμός εξόδων-επενδύσεων σε αυτόν τον τομέα θα δημιουργούσε σοβαρά εμπόδια για τις αγορές και την παγκόσμια ανάπτυξη, προειδοποιεί η Citi.
Γεωπολιτικές πιέσεις
Η γεωπολιτική είναι ένα άλλο μέτωπο το οποίο μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο ή σοκ στην παγκόσμια οικονομία, παρά τη σχετική “αντίσταση” που έχουν δείξει οι αγορές τα τελευταία χρόνια. Κατά την Citi, πιθανά σημεία πίεσης περιλαμβάνουν τη Ρωσία – Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, το Ιράν, τη Βενεζουέλα, την Κούβα και τη Γροιλανδία. Η παγκόσμια οικονομία έχει απορροφήσει μια σειρά από τέτοια σοκ τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτές οι εξελίξεις είναι πάντα ανησυχητικές, με την αγορά πετρελαίου να αποτελεί συνήθως βασικό κανάλι μετάδοσης, τονίζει η αμερικάνικη τράπεζα.
Περαιτέρω αδυναμία της αγοράς εργασίας των ΗΠΑ
Στα τέλη του περασμένου έτους, η Fed μείωσε τα επιτόκια κατά 75 μονάδες βάσης για να στηρίξει την αγορά εργασίας. Ο ισχυρότερος τόνος της έκθεσης για την απασχόληση του Ιανουαρίου υποδηλώνει ότι οι συνθήκες μπορεί να σταθεροποιούνται. Ωστόσο, με τη ζήτηση εργασίας να παραμένει χαμηλή, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να ειπωθεί ότι “όλα είναι καλά” σχετικά με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, σημειώνει η Citi.
Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ
Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, η κυβέρνηση Τραμπ πιθανότατα θα επικεντρωθεί ολοένα και περισσότερο σε βασικά πολιτικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανησυχιών των ψηφοφόρων σχετικά με την “οικονομική προσιτότητα”, επισημαίνει η αμερικάνικη τράπεζα. Αυτό έχει ήδη προκαλέσει μια σειρά από προτάσεις, οι οποίες έχουν συζητηθεί έντονα. Αυτές περιλαμβάνουν την εισαγωγή του 50ετούς στεγαστικού δανείου για να βοηθήσει στην άμβλυνση της κρίσης προσιτής κατοικίας στη χώρα, ανώτατα όρια στα επιτόκια πιστωτικών καρτών, όρια στις επενδυτικές εταιρείες που αγοράζουν κατοικίες και πιέσεις στις πετρελαϊκές εταιρείες να αυξήσουν τις επενδύσεις τους. Τέτοιες προτάσεις θα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά για να αξιολογηθεί ο κίνδυνος ακούσιων συνεπειών, τονίζει η Citi.
Υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους σε πολλές χώρες
Το χρέος της γενικής κυβέρνησης βρίσκεται επί του παρόντος στο 100% του ΑΕΠ ή υψηλότερο στην Ιαπωνία, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία – όσον αφορά τις μεγαλύτερες χώρες διεθνώς. Τα επίπεδα χρέους είναι κοντά σε αυτό το όριο και στην Κίνα και τη Βραζιλία. Το τσουνάμι εκδόσεων κρατικών ομολόγων που οι αγορές θα πρέπει να απορροφήσουν αποτελεί για τη Citi η πιο τρομακτική πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η παγκόσμια οικονομία την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, ένας σημαντικός αντισταθμιστικός παράγοντας είναι ότι οι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα εξακολουθούν να είναι σχετικά “καθαροί” σε πολλές από αυτές τις χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ισπανίας και των ΗΠΑ).
Όπως καταλήγει η Citi, καθώς αξιολογεί την πιθανή πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, είναι σαφές ότι δεν είναι όλοι οι κίνδυνοι καθοδικοί. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μια ισχυρή αναδυόμενη τεχνολογία. “Κρίνουμε ότι τα πλήρη αποτελέσματά της στην παραγωγικότητα απέχουν ακόμη λίγα χρόνια, αλλά η Τεχνητή Νοημοσύνη υποστηρίζει επί του παρόντος τις επενδύσεις και την κατανάλωση (μέσω των επιπτώσεων στον πλούτο). Και η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας θα μπορούσε να έρθει νωρίτερα από ό,τι προβλέπουμε”, όπως τονίζει.
Ακόμα και εκτός από την Τεχνητή Νοημοσύνη, υπάρχουν πολλές ισχυρές τεχνολογίες – συμπεριλαμβανομένων των επικοινωνιών, της επεξεργασίας πληροφοριών και μιας σειράς άλλων τομέων (όπως η ιατρική και η βιολογία)- που υπόσχονται να μεταμορφώσουν την οικονομία. Η υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών και οι σχετικές επενδύσεις θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα και μελλοντικά, τονίζει η αμερικάνικη τράπεζα.
Πηγή: capital.gr





