Καμία παράβαση του ενωσιακού δικαίου δεν διαπιστώθηκε σε βάρος της χώρας αναφορικά με τις συμβάσεις Ελλήνων δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο και την ενδεχόμενη παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό ανέφεραν παράγοντες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σχετικά με δημοσιεύματα του Τύπου.
Το συμπέρασμα αυτό, πρόσθεσαν, προκύπτει κατόπιν εξέτασης σχετικής αναφοράς που υπέβαλαν εκπρόσωποι των δανειοληπτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με αίτημα τη διερεύνηση της ορθής εφαρμογής της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
Η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (PETI) αποδέχθηκε θεσμικά την αναφορά και προχώρησε στην εξέτασή της, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενήργησε προκαταρκτική αξιολόγηση των σχετικών ισχυρισμών. Στο πλαίσιο αυτό και βάσει της επίσημης απάντησης, δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθεί παράβαση του ενωσιακού δικαίου, ούτε κινήθηκε διαδικασία επί παραβάσει σε βάρος της Ελλάδας.
Διευκρινίζεται ότι η αποδοχή μιας αναφοράς από την Επιτροπή Αναφορών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την έναρξη έρευνας ή την υποβολή αιτημάτων προς τις εθνικές αρχές. Ως εκ τούτου, καμία σχετική έρευνα δεν βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να ζητήσει πληροφορίες ή διευκρινίσεις από τα κράτη μέλη, εφόσον το κρίνει αναγκαίο βάσει των διαθέσιμων στοιχείων.
Χαρακτηριστικά, στη σχετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Αναφορών (PETI) επισημαίνεται ότι “η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, δεν μπορεί να διερευνήσει ενδεχόμενη παράβαση της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ […] ούτε κατά πόσον υφίσταται συστημική αποτυχία των ελληνικών δικαστηρίων να συμμορφωθούν με το άρθρο 267 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ”.
Το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο παραμένει, επεσήμαναν οι ίδιοι παράγοντες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρωτίστως αντικείμενο αξιολόγησης από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία εξετάζουν κατά περίπτωση τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη των συμβατικών όρων, στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης.
Πηγή: capital.gr





