Η συζήτηση για την απαγόρευση του ολοκληρωτικού πέπλου επανέρχεται στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, καθώς ολοένα και περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν υιοθετήσει νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν ή απαγορεύουν τη χρήση της μπούρκας και του νικάμπ σε δημόσιους χώρους. Η Γαλλία υπήρξε η πρώτη χώρα που προχώρησε σε πλήρη απαγόρευση, εγκαινιάζοντας μια τάση που σταδιακά επεκτάθηκε και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από τη θρησκευτική ελευθερία, την κοινωνική συνοχή και τα δικαιώματα των γυναικών.
Στη Γαλλία, ο νόμος του 2010 απαγόρευσε την κάλυψη του προσώπου σε όλους τους δημόσιους χώρους, καθιστώντας παράνομη τη χρήση μπούρκας και νικάμπ στον δρόμο, στα μέσα μεταφοράς, στις δημόσιες υπηρεσίες και στα καταστήματα. Η γαλλική κυβέρνηση είχε τότε υποστηρίξει ότι το μέτρο δεν στρεφόταν κατά μιας θρησκείας, αλλά στόχευε στην προστασία της δημόσιας τάξης και στην υπεράσπιση των αρχών της κοσμικότητας (laïcité), που αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα του γαλλικού κράτους.
Το παράδειγμα της Γαλλίας ακολούθησε το Βέλγιο, το οποίο υιοθέτησε παρόμοια πλήρη απαγόρευση το 2011. Στη συνέχεια, η Αυστρία και η Δανία θέσπισαν νόμους που απαγορεύουν την κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους, με τη Δανία να επιβάλλει πρόστιμα στις παραβάτριες από το 2018. Στην Ολλανδία εφαρμόζεται από το 2019 μια πιο περιορισμένη απαγόρευση, που αφορά συγκεκριμένους χώρους όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα δημόσια κτίρια, χωρίς να επεκτείνεται σε όλους τους υπαίθριους χώρους.
Ανάλογα μέτρα έχουν υιοθετήσει η Βουλγαρία, με γενική απαγόρευση σε δημόσιους χώρους, καθώς και η Γερμανία και η Πορτογαλία, όπου οι περιορισμοί είναι μερικοί και αφορούν κυρίως δημόσιες υπηρεσίες ή συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η απαγόρευση ισχύει για δημόσιους υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και για οδηγούς οχημάτων, στο πλαίσιο της απαίτησης για αναγνώριση προσώπου.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς νομικό αλλά βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Οι υποστηρικτές των απαγορεύσεων προβάλλουν επιχειρήματα που σχετίζονται με την ασφάλεια, την ανάγκη ταυτοποίησης των πολιτών, την ισότητα των φύλων και την αποτροπή μορφών καταπίεσης που, όπως υποστηρίζουν, ενδέχεται να επιβάλλονται σε γυναίκες στο όνομα της παράδοσης ή της θρησκείας. Από την άλλη πλευρά, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκπρόσωποι μουσουλμανικών κοινοτήτων κάνουν λόγο για περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας και για μέτρα που στιγματίζουν μια ήδη μειονοτική ομάδα.
Η αντιπαράθεση επανέρχεται δυναμικά πια και στην Ισπανία, όπου πολιτικές δυνάμεις ζητούν την υιοθέτηση αντίστοιχης νομοθεσίας. Το επιχείρημα εστιάζει στην ανάγκη «υπεράσπισης των δυτικών αξιών» και της δημόσιας ασφάλειας, ενώ οι αντίπαλοι της πρότασης προειδοποιούν για κινδύνους κοινωνικού αποκλεισμού και περαιτέρω πόλωσης. Η απόφαση για το αν θα προχωρήσει η σχετική πρωτοβουλία αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον δημόσιο διάλογο στη χώρα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει στο παρελθόν κρίνει ότι οι γενικές απαγορεύσεις δεν παραβιάζουν κατ’ ανάγκη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναγνωρίζοντας στα κράτη ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της «συμβίωσης». Ωστόσο, η συζήτηση παραμένει ανοικτή, καθώς κάθε εθνικό πλαίσιο διαθέτει τις δικές του ιστορικές, πολιτισμικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες.
Το θέμα του πέπλου λειτουργεί τελικά ως καθρέφτης των ευρύτερων εντάσεων που διαπερνούν την ευρωπαϊκή κοινωνία: τη σχέση μεταξύ κοσμικού κράτους και θρησκευτικής έκφρασης, την ένταξη των μεταναστευτικών κοινοτήτων, αλλά και τον ορισμό της ελευθερίας σε μια πολυπολιτισμική ήπειρο που αναζητεί διαρκώς την ισορροπία ανάμεσα στην ανοχή και στους κοινούς κανόνες.
Πηγή: in.gr





