Πόρισμα ΠΑΣΟΚ για ΟΠΕΚΕΠΕ: Οργανωμένη κυβερνητική συγκάλυψη- Ενδεχόμενες…

Ο κ. Μαρινάκης έχει βάλει σκοπό να φτάσει τους μεγάλους...

Στη δημοσιότητα έδωσε το ΠΑΣΟΚ το πόρισμά του από τη συμμετοχή του στην εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, σύμφωνα με το οποίο αναδεικνύει την κυβερνητική συγκάληψη. 

Όπως αναφέρει η λειτουργία της Εξεταστικής Επιτροπής κατέδειξε ότι δεν αποτέλεσε εργαλείο αναζήτησης της αλήθειας, αλλά μέρος μιας συνειδητής και οργανωμένης μεθόδευσης της Νέας Δημοκρατίας για την αποτροπή του ελέγχου των πρώην Υπουργών της από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και τη συγκάλυψη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η κυβερνητική πλειοψηφία, σε πρώτο στάδιο, απέκλεισε την ποινική διερεύνηση, απορρίπτοντας την πρόταση του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, μέσω μιας διαδικασίας που δεν πληρούσε τις συνταγματικές και κανονιστικές προϋποθέσεις εγκυρότητας: με εκτεταμένη χρήση επιστολικής ψήφου, με μαζικές απουσίες βουλευτών από την Ολομέλεια και χωρίς να συντρέχουν οι όροι έγκυρης λήψης απόφασης κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διαδικασία δεν συνιστά απόφαση ληφθείσα κατά το
άρθρο 86 του Συντάγματος, δεν παράγει δεδικασμένο και δεν κωλύει επόμενη Βουλή να αποφασίσει τη σύσταση Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο Σύνταγμα και τον νόμο.

Στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Εξεταστική ως υποκατάστατο ελέγχου – πλυντήριο ευθυνών, πλήρως ελεγχόμενο ως προς τη σύνθεση, το εύρος της έρευνας, την επιλογή μαρτύρων και τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού.

Μέσω επιλεκτικών αποκλεισμών, περιορισμού της αποδεικτικής βάσης και
συστηματικής μετατόπισης του αντικειμένου της συζήτησης, η Εξεταστική
απογυμνώθηκε από τις θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας που επιβάλλουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της
Βουλής. Αντί να λειτουργήσει ως μέσο διαλεύκανσης, λειτούργησε ως μηχανισμός καθυστέρησης και αποδυνάμωσης της έρευνας.

Κατά συνέπεια, η παρούσα Εξεταστική Επιτροπή επιβεβαίωσε πλήρως ότι στόχος της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η λογοδοσία, αλλά η συγκάλυψη.

Η εγκληματική οργάνωση

 

Από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν τόσο από τη διαβιβασθείσα στη Βουλή ποινική δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΑΒΜ ΕΕΕ 2024/98 – Reference Number 1299/2024), όσο και από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Εξεταστικής Επιτροπής, προκύπτουν σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι κατά την περίοδο 2019–2024 συγκροτήθηκε και
λειτούργησε οργανωμένος μηχανισμός παράνομης ιδιοποίησης κοινοτικών πόρων, οι οποίοι καταβάλλονται στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής προς τους Έλληνες γεωργούς και κτηνοτρόφους.

Ο μηχανισμός αυτός, όπως σκιαγραφείται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής
Εισαγγελίας, εμφανίζει χαρακτηριστικά οργανωμένης εγκληματικής δράσης, με
κατανομή ρόλων και διαρκή λειτουργία, και φέρεται ότι περιλάμβανε πρόσωπα από διαφορετικούς κρίκους της αλυσίδας: προέδρους, αντιπροέδρους, μέλη διοικητικών συμβουλίων και διευθυντικά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, υπηρεσιακά στελέχη του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, εκπροσώπους Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, στελέχη φορέων που σχετίζονται με τον τεχνικό σχεδιασμό και υποστήριξη των πληροφοριακών συστημάτων, καθώς και αιτούντες ενισχύσεων στο πλαίσιο του Καθεστώτος Βασικής Ενίσχυσης.

Σκοπός του μηχανισμού ήταν η καταβολή πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών,
συνολικού ύψους που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως αλλά, με βάση τη
φύση και την κλίμακα των περιγραφόμενων πρακτικών, ανέρχεται οπωσδήποτε
σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ως δικαιούχοι
μέσω τεχνητής και εν τέλει απατηλής “πλήρωσης” των νομίμων προϋποθέσεων.
Η επίτευξη του σκοπού αυτού φέρεται να στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε: (α)
κατανομή δικαιωμάτων πληρωμής από το Εθνικό Απόθεμα, (β) ψευδείς
δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου ή εκτάσεων, (γ) παρεμπόδιση ουσιαστικών ελέγχων
ανίχνευσης και διερεύνησης περιπτώσεων απάτης, (δ) ματαίωση ενεργειών
ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, και (ε) διοικητικές
παρεμβάσεις και οργανωτική εξάρτηση που καθιστούσαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ
ανεπαρκώς θωρακισμένο έναντι των καταχρήσεων.

Στα στοιχεία της δικογραφίας και στις καταθέσεις ενώπιον της Επιτροπής που
αξιολογήθηκαν, αποτυπώνονται πρακτικές διευκόλυνσης της παράνομης δράσης,
όπως: περιορισμός των εξουσιών των ελεγκτών μέσω τροποποιήσεων εγκυκλίων και διαδικασιών ελέγχου, παρεμπόδιση εισαγωγής αποτελεσματικών μεθόδων ανίχνευσης και ελέγχου, στοχοποίηση και διώξεις υπαλλήλων που εντόπιζαν παρακάμψεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας μέσω πειθαρχικών ή και ποινικών διαδικασιών, πλήρης τεχνική και λειτουργική εξάρτηση κρίσιμων δομών του ΟΠΕΚΕΠΕ από εξωτερικές τεχνικές υπηρεσίες και συμβούλους, καθώς και παρεμβάσεις σε ελέγχους ή στη ροή πληροφοριών.

Με βάση τα προεκτεθέντα, και με δεδομένο ότι οι διοικήσεις και τα αρμόδια
υπηρεσιακά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ ασκούσαν, κατά νόμο, διαχειριστική εξουσία
επί των κοινοτικών ενισχύσεων ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ ετησίως, προκύπτουν
σοβαρές ενδείξεις ότι υπηρεσιακά και διοικητικά στελέχη του Οργανισμού, εν γνώσει

τους και με επανειλημμένες πράξεις που συγκροτούν εξακολούθηση του ίδιου
εγκλήματος, προκάλεσαν ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική βλάβη στην περιουσία που
όφειλαν να διαχειρίζονται επιμελώς, διαθέτοντας παρανόμως και αχρεωστήτως
κοινοτικούς πόρους σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η ως άνω συμπεριφορά ερείδεται σε συγκεκριμένες μεθοδολογίες καταστρατήγησης
της νομιμότητας και σε πρακτικές συστηματικής αποδυνάμωσης των δικλίδων
ελέγχου. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετούνται, σε επίπεδο σοβαρών ενδείξεων, πράξεις
που συναρτώνται με κακουργηματική απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βάρος των
οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν απλή διοικητική
δυσλειτουργία ούτε “διαχρονική παθογένεια”. Συγκροτούν ένα συνεκτικό και
επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενεργειών και παραλείψεων: κατανομές και
πληρωμές χωρίς πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, αποδυνάμωση των
ελέγχων, παρεμβάσεις για αποδεσμεύσεις και στοχοποίηση όσων επιχείρησαν να
εφαρμόσουν τη νομιμότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, τα ευρήματα της δικογραφίας
και της αποδεικτικής διαδικασίας επιβάλλουν την αξιολόγηση του πλαισίου
ευθυνών ιδίως ως προς πρόσωπα που είχαν θεσμική αρμοδιότητα εποπτείας και
κατεύθυνσης του Οργανισμού.
 

Ενδείξεις συμμετοχής πολιτικών προσώπων 

Ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των πρώην Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδή (Μάκη) Βορίδη και κ. Ελευθερίου Αυγενάκη
 

Στο πλαίσιο τέλεσης των ως άνω πράξεων κακουργηματικής απιστίας από
διοικούντες και αρμόδια στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, προκύπτουν κατά την κρίση μας
σοβαρές ενδείξεις, οι οποίες αναντίλεκτα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από τη Βουλή κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, ότι οι πρώην Υπουργοί Αγροτικής
Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδής (Μάκης) Βορίδης και κ. Ελευθέριος
Αυγενάκης παρείχαν στους φυσικούς αυτουργούς συνδρομή, υλική και ψυχική, με πράξεις και παραλείψεις τους, τόσο πριν από την τέλεση επιμέρους πράξεων όσο και κατά τη διάπραξή τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτυχή ολοκλήρωση των ενεργειών που προκάλεσαν τη βλάβη.

Η συνδρομή αυτή δεν απαιτεί  γνώση όλων των ειδικών λεπτομερειών των επιμέρους πράξεων, αλλά αρκεί γνώση του γενικού περιγράμματος της αξιόποινης συμπεριφοράς και πρόθεση συμβολής. Στο πλαίσιο αυτό, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (έγγραφα, καταθέσεις, υπηρεσιακές αναφορές,
απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες) προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις ότι συγκεκριμένες πολιτικές ενέργειες ή παραλείψεις των ως άνω πρώην Υπουργών συνέβαλαν στη δημιουργία “περιβάλλοντος” ανοχής, καθυστέρησης ή και ευθείας διευκόλυνσης της παράνομης δραστηριότητας, παρέχοντας πολιτική κάλυψη κρίσιμη και πολύτιμη για τη διαρκή λειτουργία του μηχανισμού.
 

Ειδικότερα ως προς τον πρώην Υπουργό κ. Μαυρουδή (Μάκη) Βορίδη

Από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις και τις
αναφορές προσώπων που διετέλεσαν Πρόεδροι του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και από
έγγραφα που συνδέονται με κρίσιμες διοικητικές αποφάσεις, προκύπτουν
ενδείξεις που καθιστούν ερευνητέα την ενδεχόμενη συνδρομή του πρώην
Υπουργού κ. Μ. Βορίδη στις πράξεις απιστίας που τελέστηκαν από διοικούντες
και στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ
. Κατά την ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής
αποδεικτική διαδικασία, οι ως άνω ενδείξεις όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκαν,
αλλά αντιθέτως επιβεβαιώθηκαν και ενισχύθηκαν από τις ίδιες τις μαρτυρικές
καταθέσεις. Συγκεκριμένα:


(α) Ιδιαίτερα επιβαρυντικές, και από μόνες τους ικανές να θεμελιώσουν ανάγκη
περαιτέρω διερεύνησης, είναι οι ένορκες καταθέσεις του πρώην Προέδρου του
ΟΠΕΚΕΠΕ κ. Γρηγορίου Βάρρα, σύμφωνα με τις οποίες ο εποπτεύων Υπουργός
ουδέποτε υποστήριξε την προσπάθεια εξυγίανσης του Οργανισμού και διενέργειας αποτελεσματικών ελέγχων. Αντιθέτως, όταν ο πρώην Πρόεδρος κ. Βάρρας επιχείρησε να αλλάξει τον τρόπο κατανομής ενισχύσεων, να επανεξετάσει τη σχέση του ΟΠΕΚΕΠΕ με τον τεχνικό σύμβουλο και να προχωρήσει σε ουσιαστικούς ελέγχους με νέες τεχνικές και αλλαγές στις εγκυκλίους, καθώς και σε μπλοκάρισμα πληρωμών σε ύποπτα ΑΦΜ, προκύπτει από την ίδια την ένορκη κατάθεσή του, ότι δέχθηκε έναν οργανωμένο πόλεμο φθοράς από ένα σύστημα εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ και του
Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης διορισμένο από τον ίδιο τον κ. Βορίδη και εν
τέλει εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον πρώην Υπουργό, χωρίς εμφανή λόγο.
(β) Ο ίδιος ο κ. Γρ. Βάρρας αποδίδει ρητά την απομάκρυνσή του στο γεγονός ότι
επιχείρησε να ανακόψει παράνομες πρακτικές και να διαφυλάξει τη νομιμότητα. Η απομάκρυνσή του, υπό τα προκύπτοντα, αντικειμενικά διευκόλυνε τη λειτουργία του παράνομου μηχανισμού, διότι απομακρύνθηκε από τον ΟΠΕΚΕΠΕ ένα πρόσωπο που εισήγαγε πρακτικές ελέγχου, διαφάνειας και θεσμικής θωράκισης και το οποίο, κατά τα στοιχεία, είχε καταστεί “ενοχλητικό” για το κύκλωμα που επωφελούνταν από τη στρέβλωση των διαδικασιών. Περαιτέρω, στη δικογραφία περιλαμβάνονται αναφορές και δηλώσεις του ιδίου προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στις οποίες περιγράφεται “πόλεμος εξόντωσης” και αποδίδεται η εσπευσμένη απομάκρυνσή του στο ότι οι “παράνομοι καταχραστές ενισχύσεων” και οι “προστάτες” τους αισθάνθηκαν ότι κινδύνευαν.
(γ) Ερευνητέα, ως πράξη που αντικειμενικά θα μπορούσε να έχει διευκολύνει την
παράνομη δράση του κυκλώματος, εμφανίζεται η υπουργική έγκριση κατανομής
τεραστίων εκτάσεων βοσκοτόπων προς κτηνοτρόφους της Κρήτης εκτός νησιού,
συνολικής έκτασης άνω του 1.000.000 στρεμμάτων (σε περιοχές της Δυτικής
Μακεδονίας, της Πελοποννήσου, της Καρπάθου, της Κω και της Ρόδου). Η απόφαση αυτή, κατά τα στοιχεία και σε συνάρτηση με τους κανόνες επιλεξιμότητας και τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα τότε ΚΥΑ 873/55993/2015, αποκλίνει από τις αρχές επιμελούς διαχείρισης, απαγόρευσης καταστρατήγησης και στήριξης της πραγματικής παραγωγικής δραστηριότητας. 
Ο ίδιος επικαλέστηκε ότι συνέχισε την πρακτική  της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. 

Η ΚΥΑ 873/55993/2015 (ΦΕΚ Β 942/26-5-2015) η οποία ίσχυσε μέχρι την τροποποίησή της από την KYA 1217/264725/2021 (ΦΕΚ B 4585/5-10-2021), 
χώρισε τη Ελλάδα σε 9 Περιφέρειες και επέτρεψε ρητά την κατανομή βοσκοτόπων μόνο εντός της Περιφέρειας εγκατάστασης του κτηνοτρόφου ή μεταξύ Περιφερειών της ηπειρωτικής χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 4 της άνω ΚΥΑ: “Τυχόν απόθεμα βοσκοτόπων το οποίο εντοπίζεται στη νησιωτική Ελλάδα και την Κρήτη δεν μπορεί να κατανεμηθεί σε κτηνοτρόφους που έχουν την έδρα της εκμετάλλευσής τους είτε σε άλλο νησί είτε σε χωρική ενότητα της ηπειρωτικής Ελλάδας”, ενώ σύμφωνα με την παρ.10 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “Τυχόν περίσσεια βοσκοτόπων που προκύπτει σύμφωνα με την παρ. 8 χρησιμοποιείται ως απόθεμα και μπορεί να κατανεμηθεί σε μετακινούμενους κτηνοτρόφους που έχουν την έδρα της εκμετάλλευσής τους στην ίδια ή άλλη Χωρική Ενότητα της Ηπειρωτικής Ελλάδας”.

Δηλαδή δεν μπορεί να λάβει χώρα  “αερομεταφορά”  αμνοεριφίων  Ούτε στα νησιά, ούτε στην Κρήτη. Τα αμνοερίφια δεν μπορούν να αερομεταφέρονται.  Κατά
συνέπεια, η κατανομή βοσκοτόπων δεν μπορεί να γίνεται με “μεταφορά” τους πάνω από τη θάλασσα, αλλά μόνο εντός νησιών ή σε γειτονικές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο.

Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω  ΚΥΑ, έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση νόμου και
συνεπώς αποτελεί ουσιαστικό νόμο. Ας σημειωθεί ότι χωρίς αυτή την παράνομη
μεταφορά 1.000.000 στρεμμάτων θα ήταν αδύνατη η λήψη τόσο μεγάλων ποσών
παρανόμων επιδοτήσεων για ανύπαρκτα βοσκοτόπια και για εκτάσεις χωρίς ζώα. Οι εκτάσεις της Κρήτης απλά δεν έφταναν για μια τέτοιας έκτασης παρανομία.
Η εκ μέρους του κ. Μαυρουδη Βορίδη επίκληση των αντίστοιχων αποφάσεων που
έλαβαν οι προκάτοχοί του Υπουργοί της Συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ  το 2016, 2017 και 2018, οι οποίες έδιναν ομοίως σε Κρήτες βοσκοτόπια εκτός Κρήτης, είναι παραπειστική, αλυσιτελής και αβάσιμη. Ισότητα στην παρανομία, δεν υφίσταται.

Οι αποφάσεις αυτές των προκατόχων του (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ), παραβιάζουν εξίσου
την ως άνω ΚΥΑ.  Επίσης η εκ μέρους του ιδίου  επίκληση, ότι η υπογραφή του με την λέξη ΣΥΜΦΩΝΩ, δηλαδή η απόφαση του, ότι δήθεν είναι εσωτερικό έγγραφο, το οποίο δεν παράγει έννομες συνέπειες, όπως και οι αντίστοιχες των προκατόχων του, που τροποποίησαν δήθεν σιωπηρά την εκδοθείσα ΚΥΑ, είναι αβάσιμη.  

Το έγγραφο που υπέγραψε ο Μαυρ. Βοριδης, δεν ήταν εσωτερικό έγγραφο. Η
υπογραφή Βορίδη είχε ουσιαστικές έννομες συνέπειες και δίνει νομική υπόσταση και ισχύ στη απόφαση. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση κατανομής βοσκοτόπων,
ακολούθησε η καταβολή προς τους φερόμενους δικαιούχους. Χωρίς υπογραφή
Βορίδη, δεν μπορούσε να γίνει η οιαδήποτε καταβολή.  

Η εν λόγω επιλογή, στο μέτρο που επέτρεψε την εκμετάλλευση τεράστιας έκτασης εκτός της περιφέρειας εγκατάστασης, αντικειμενικά πολλαπλασίασε τόσο το  παράνομο όφελος όσων καταχράστηκαν τις ενισχύσεις όσο και την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη. Με τον τρόπο αυτό προσφέρθηκε άμεση συνδρομή κατά την διάπραξη της πράξεως της απιστίας, εφόσον χωρίς την ως άνω υπουργική έγκριση δεν θα είχε καταστεί δυνατή η εκμετάλλευση από το κύκλωμα αυτής της τεράστιας έκτασης του 1 εκ. στρεμμάτων εκτός της χωρικής περιφέρειας της Κρήτης (και σε μικρότερη έκταση σε άλλες περιοχές).
(δ) Επιβαρυντικό στοιχείο συνιστά, επίσης, η αποτύπωση στη δικογραφία των όσων φέρονται να έλαβαν χώρα μετά την απομάκρυνση του κ. Βάρρα, κατά τις οποίες  οι διοικήσεις που ακολούθησαν προχώρησαν σε αποδέσμευση και πληρωμή δεσμευμένων ΑΦΜ, σε επαναληπτικούς ελέγχους ή σε τροποποιήσεις εγκυκλίων που επανέφεραν “χαλαρότερα” πλαίσια ελέγχου, με αποτέλεσμα να καταλήγουν χωρίς ευρήματα έλεγχοι ακόμη και σε προφανείς περιπτώσεις μη επιλεξιμότητας. 


(ε) Όλα τα παραπάνω, που συνιστούν σοβαρές ενδείξεις συμμετοχής του πρώην
Υπουργού Μ. Βορίδη και παροχής συνδρομής κατά την τέλεση των αξιόποινων
πράξεων της απιστίας που διέπρατταν οι Διοικήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενισχύονται από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στις οποίες αποτυπώνεται ότι μέλη του παράνομου
κυκλώματος αναφέρονται στην πολιτική κάλυψη και την προστασία που τους
παρείχετο ως κρίσιμο παράγοντα συνέχισης της εγκληματικής τους δράσης.
Χαρακτηριστικές διατυπώσεις, κατά το περιεχόμενο των συνομιλιών, εμφανίζουν ως δεδομένη την πολιτική κάλυψη και την προστασία που παρέχει η στήριξη υψηλών κέντρων εξουσίας, κάλυψη την οποία τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο παράνομο κύκλωμα του ΟΠΕΚΕΠΕ αναζητούν διαχρονικά, ακόμα και μετά την απομάκρυνση του κ. Βορίδη από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Ειδικότερα ως προς τον πρώην Υπουργό κ. Ελευθέριο Αυγενάκη
Αντίστοιχα, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από ένορκες καταθέσεις
και υπηρεσιακές αναφορές του πρώην Προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ κ. Ευάγγελου
Σημανδράκου, καθώς και από απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες και λοιπά
έγγραφα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις που καθιστούν ερευνητέα την
ενδεχόμενη συμμετοχή του πρώην Υπουργού κ. Ελ. Αυγενάκη υπό μορφές
συνδρομής και, κατά περίπτωση, ηθικής αυτουργίας
. Οι ενδείξεις αυτές
επιβεβαιώθηκαν και ενισχύθηκαν από την ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής
αποδεικτική διαδικασία. Συγκεκριμένα:

(α) Οι ένορκες καταθέσεις του κ. Ευάγγελου Σημανδράκου περιγράφουν την  ανοιχτά εχθρική στάση που τήρησε απέναντί του ο κ. Αυγενάκης από την πρώτη ημέρα ανάληψης καθηκόντων του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, που έφτανε έως και την άρνηση της θεσμικής επικοινωνίας μαζί του. Το γεγονός αυτό, κατά τα προκύπτοντα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνεξετάζεται με την προσπάθεια εξυγίανσης που είχε δρομολογηθεί από τον κ. Σημανδράκο: ενίσχυση ελέγχων, αλλαγές εγκυκλίων προς ουσιαστικότερη εποπτεία, μπλοκάρισμα χιλιάδων ύποπτων ΑΦΜ, μηνυτήριες  αναφορές, ενέργειες ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων, καθώς και προσπάθεια απεμπλοκής του ΟΠΕΚΕΠΕ από εξαρτήσεις, μέσω μεταφοράς δεδομένων στο κυβερνητικό νέφος.
(β) Σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις του κ. Σημανδράκου, ο κ. Αυγενάκης,
αμέσως μόλις ανέλαβε Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης τον Ιούνιο του 2023, άσκησε πίεση για αποδέσμευση των μπλοκαρισμένων ΑΦΜ. Η πίεση αυτή, η οποία
ασκούνταν και μέσω του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου κ. Γεωργίου
Στρατάκου, έγινε αφόρητη τον Οκτώβριο του 2023. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ.
Σημανδράκος αναφέρει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, “μην αντέχοντας τις
πιέσεις της πολιτικής ηγεσίας”. Η απομάκρυνση του κ. Σημανδράκου από τον κ.
Αυγενάκη, αντικειμενικά έλυσε τα χέρια του κυκλώματος που λυμαινόταν τον
ΟΠΕΚΕΠΕ και παρείχε σε αυτό πολύτιμη συνδρομή στις πράξεις κατάχρησης των
κοινοτικών πόρων.
(γ) Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι από 4.11.2023 και 8.12.2023 Αναφορές του κ.
Σημανδράκου προς το Μέγαρο Μαξίμου και συγκεκριμένα προς τον Υφυπουργό
στον Πρωθυπουργό κ. Μπρατάκο, στις οποίες περιγράφεται αναλυτικά η πίεση που δεχόταν σε σχέση με μη καταβολή ενισχύσεων σε χιλιάδες ύποπτα ΑΦΜ, με ισχυρή γεωγραφική συγκέντρωση σε συγκεκριμένες περιφέρειες, καθώς και η επίδραση που έχουν δημόσιες δηλώσεις του εποπτεύοντος Υπουργού στη διεθνή αξιοπιστία του Οργανισμού έναντι των ελεγκτικών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι αναφορές αυτές, κατά το περιεχόμενό τους, συνδέουν άμεσα την πολιτική πίεση με το ουσιώδες αντικείμενο της υπόθεσης: τη νομιμότητα καταβολής κοινοτικών ενισχύσεων. Μάλιστα είχαν πραγματοποιηθεί σχετικά και δύο συσκέψεις στο Μ. Μαξίμου με την συμμετοχή των Ι. Μπρατάκου, Στ. Παπασταύρου και Μ. Βορίδη, στην δεύτερη εκ των οποίων ζητήθηκε η παραίτηση του Ευ. Σημανδράκου, όπως ο τελευταίος αναφέρει στο από 30.6.2025 email του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.


Σημειώνεται εδώ ότι ο Ελευθέριος Αυγενάκης είχε και δημοσίως καταφερθεί, ακόμα και με βαρύτατα προσβλητικούς χαρακτηρισμούς σε βάρος του Προέδρου του εποπτευόμενου υπ’ αυτού ΟΠΕΚΕΠΕ, με προφανή στόχο να τον εκφοβίσει και
εξαναγκάσει σε παραίτηση, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, φτάνοντας στο σημείο να τον χαρακτηρίσει ως αναξιόπιστο, ανίκανο και με … “μυαλό τζούφιο” σε τηλεοπτική του συνέντευξη. Όλες οι παραπάνω ενέργειές του εντάσσονται στο πλαίσιο της πολύτιμης συνδρομής, που προσέφερε στο κύκλωμα που λυμαινόταν τον ΟΠΕΚΕΠΕ κατά την τέλεση των πράξεων απιστίας.
(δ) Η ως άνω περιγραφόμενη πρακτική στοχοποίησης και εκφοβισμού του πρώην  Προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα εφόσον συνεκτιμηθεί ότι, αμέσως μετά την απομάκρυνση του κ. Σημανδράκου, η επόμενη διοίκηση υπό τον κ. Μπαμπασίδη είχε ως πρώτη προτεραιότητα της, την αποδέσμευση και την πληρωμή των αγροτών των οποίων τα ΑΦΜ είχαν προηγουμένως μπλοκαριστεί, δηλαδή των εκλεκτών του κυκλώματος. 

(ε) Περαιτέρω, από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες προκύπτουν ενδείξεις ότι στενοί συνεργάτες του κ. Αυγενάκη, όπως ο κ. Ελευθερίος Ζερβός και ο εκλεκτός του για την προεδρία του οργανισμού κ. Κυριάκος Μπαμπασίδης, είχαν ενεργό ρόλο σε ενέργειες που παρεμπόδιζαν ελέγχους, απέκρυπταν ή καθυστερούσαν καταγγελίες, μεθόδευαν πληρωμές σε μη δικαιούχους κατόπιν δικής του εντολής και, μετά την απομάκρυνση του κ. Σημανδράκου, συνέβαλαν στη στοχοποίηση και δίωξη υπαλλήλων που είχαν επιμείνει σε ελέγχους και εφαρμογή της νομιμότητας, όπως η κ. Π. Τυχεροπούλου και ο κ. Π. Θεοδωρόπουλος. 

Όπως καταδεικνύεται στις συνομιλίες αυτές, οι εν λόγω ενέργειες γίνονται εν γνώσει και κατ’ εντολή του Υπουργού Ελ. Αυγενάκη, ο οποίος προσφέρει υψηλή πολιτική κάλυψη, που πρέπει προφανώς να διερευνηθούν και που πάντως παρέχουν σοβαρές ενδείξεις ευθείας εμπλοκής του άλλοτε ως ηθικός αυτουργός (όταν πιέζει και επιτυγχάνει παράνομες πληρωμές από το Δ.Σ. του ΟΠΕΚΕΠΕ) και άλλοτε ως άμεσος ή απλός συνεργός (όταν απομακρύνει τα μη ελεγχόμενα πρόσωπα όπως ο Ευ. Σημανδράκος, ή όταν παρεμποδίζει την διαδικασία των ελέγχων, εξαφανίζει καταγγελίες ή μεθοδεύει διώξεις σε βάρο υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ που ασκούσαν τα καθήκοντά τους (όπως η Π. Τυχεροπούλου και Π. Θεοδωρόπουλος) στην εγκληματική δραστηριότητα του εν λόγω κυκλώματος.

Κατά τα προεκτεθέντα, και από τη συνδυαστική αξιολόγηση του συνόλου των
αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη της Εξεταστικής Επιτροπής, προκύπτει ότι οι πρώην Υπουργοί Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδής (Μάκης) Βορίδης και κ. Ελευθέριος Αυγενάκης φέρονται ότι, ενεργώντας με γνώση, παρείχαν συνδρομή κατά τη διάπραξη της πράξης της απιστίας από τους νομίμους εκπροσώπους του ΟΠΕΚΕΠΕ και τους διαχειριστές των κονδυλίων των αγροτικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ
ετησίως.

Η συνδρομή αυτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην έγκριση ή ανοχή παράνομων και καταχρηστικών κατανομών βοσκοτόπων, στη συμβολή τους στη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος απουσίας ουσιαστικών ελέγχων μέσω της απομάκρυνσης των “ενοχλητικών” Προέδρων του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρηγορίου Βάρρα και Ευάγγελου Σημανδράκου, καθώς και σε ενέργειες ή παραλείψεις που αφορούν την στοχοποίηση και τον επιχειρούμενο διωγμό υπηρεσιακών παραγόντων, όπως η κα Π. Τυχεροπούλου, αλλά και την απόπειρα απαξίωσης ή παρεμπόδισης του έργου της Ευρωπαίας Εισαγγελέα κας Π. Παπανδρέου.

Περαιτέρω, ιδίως ως προς τον κ. Ελευθέριο Αυγενάκη, προκύπτουν ενδείξεις
παρακράτησης ή απόκρυψης καταγγελιών, καθώς και άσκησης πιέσεων για
αποδέσμευση και καταβολή ενισχύσεων σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Οι πράξεις και παραλείψεις αυτές, κατά τα προκύπτοντα, παρείχαν πολιτική κάλυψη και προστασία στη δράση του παράνομου κυκλώματος, κάλυψη η οποία, όπως προκύπτει και από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ήταν αναγκαία για τη συνέχιση και απρόσκοπτη λειτουργία του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις ανωτέρω συμπεριφορές, υπήρξαν πολιτικά πρόσωπα τα οποία, όταν άσκησαν την εποπτεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προέβησαν σε ενέργειες για τη διαφύλαξη της νομιμότητας και την ενίσχυση των ελέγχων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η αδράνεια ή η ανοχή δεν ήταν μονόδρομος, αλλά επιλογή.
Ενόψει των ανωτέρω, και με βάση τα αναλυτικώς προεκτεθέντα, τα οποία
στηρίζονται στην ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής αποδεικτική διαδικασία και ιδίως στη διαβιβασθείσα στη Βουλή δικογραφία και στις μαρτυρικές καταθέσεις, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης, από τους πρώην Υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδή Βορίδη και κ. Ελευθερίου Αυγενάκη, της πράξης της συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ζημία που υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ.

Περαιτέρω, ως προς τον κ. Ελευθέριο Αυγενάκη, ειδικά σε σχέση με τις έντονες
πιέσεις που φέρεται να ασκήθηκαν για αποδεσμεύσεις ύποπτων ΑΦΜ και καταβολές σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν νόμιμες προϋποθέσεις, προκύπτουν επιπρόσθετα ενδείξεις τέλεσης της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με ζημία που υπερβαίνει το ίδιο όριο.

Κατά συνέπεια, με γνώμονα την αποκατάσταση της νομιμότητας, τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των πραγματικών δικαιούχων των αγροτικών ενισχύσεων και την αποτροπή της θεσμικής ατιμωρησίας, καθίσταται προδήλως επιβεβλημένη  η διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος για τη διερεύνηση των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών των ως άνω πρώην μελών της Κυβέρνησης, με δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης της διερεύνησης σε περίπτωση διαβίβασης ή ανάδειξης νέων στοιχείων για έτερα πολιτικά πρόσωπα ή άλλες αξιόποινες πράξεις.

Θεσμικά συμπεράσματα 
 

Η υπόθεση του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο
σοβαρά και διαρθρωτικά ελλείμματα στο ισχύον συνταγματικό και κανονιστικό
πλαίσιο ελέγχου ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων, καθώς και στη
λειτουργία των κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών. Τα ελλείμματα αυτά
δεν αποτελούν αφηρημένες θεσμικές αδυναμίες, αλλά λειτούργησαν στην πράξη
ως εργαλεία αποφυγής του δικαστικού ελέγχου και υπονόμευσης της λογοδοσίας.

Ειδικότερα, η εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος, όπως αποτυπώθηκε στην παρούσα υπόθεση, επιβεβαιώνει ότι το ισχύον καθεστώς ευθύνης Υπουργών εξακολουθεί να παρέχει δυνατότητες πολιτικής διαχείρισης και αποφυγής της ποινικής διερεύνησης πολιτικών προσώπων, όχι μόνο σε υποθέσεις με αποκλειστικά εθνικό ενδιαφέρον αλλά ακόμη και σε υποθέσεις σοβαρής βλάβης των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να κινήσει τη διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές χρονικές προθεσμίες και τη δυνατότητα της κυβερνητικής πλειοψηφίας να παρεμποδίζει τη διαδικασία, όπως έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση από τη Νέα Δημοκρατία με την χρήση επιστολικής ψήφου, την απουσία μεγάλου αριθμού βουλευτών από την Ολομέλεια και την καταστρατήγηση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, δημιουργεί ένα πλαίσιο που δεν εγγυάται την ισότητα των πολιτών απέναντι στον νόμο ούτε την αποτελεσματική απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.
Στην παρούσα περίπτωση, η απόρριψη της πρότασης για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής και η επιλογή της καθυστέρησης της μέσω μιας Εξεταστικής Επιτροπής, με αντικείμενο τη διερεύνηση της λειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και όχι τη διερεύνηση συγκεκριμένων ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών μελών της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με βάση τη διαβιβασθείσα στη Βουλή δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας,  ανέδειξαν με σαφήνεια ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος, αντί να λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση, μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό προστασίας πολιτικών προσώπων και αποτροπής του δικαστικού τους ελέγχου. Το γεγονός αυτό πλήττει ευθέως την αρχή του κράτους δικαίου και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Καθίσταται, συνεπώς, επιτακτική η συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 86, με
κατεύθυνση την ουσιαστική αποσύνδεση της ποινικής ευθύνης των Υπουργών από την πολιτική βούληση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τη
διασφάλιση πραγματικής δυνατότητας δικαστικής διερεύνησης σοβαρών αξιόποινων πράξεων.
Παράλληλα, η λειτουργία της παρούσας Εξεταστικής Επιτροπής ανέδειξε για ακόμη μια φορά τις σοβαρές παθογένειες στον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, οι οποίες επιτρέπουν την αλλοίωση του σκοπού τους και τη μετατροπή τους από εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου σε μέσα πολιτικής διαχείρισης και συγκάλυψης.
Ειδικότερα, η δυνατότητα της κυβερνητικής πλειοψηφίας να ελέγχει πλήρως τη
σύνθεση του Προεδρείου, το εύρος του αντικειμένου της έρευνας, την επιλογή ή τον αποκλεισμό κρίσιμων μαρτύρων, τη διαχείριση και τη μη διαβίβαση ουσιωδών εγγράφων, αποδείχθηκε ότι μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική αποδυνάμωση της αποδεικτικής διαδικασίας και σε στέρηση των θεσμικών εγγυήσεων αμεροληψίας και αποτελεσματικότητας που επιβάλλουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής.


Η εμπειρία της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύει ότι απαιτείται σαφής θεσμική
θωράκιση των εξεταστικών επιτροπών, με διασφάλιση διακομματικής συγκρότησης του Προεδρείου, υποχρεωτική αιτιολόγηση των αποφάσεων αποκλεισμού μαρτύρων και ελάχιστες εγγυήσεις πληρότητας της αποδεικτικής διαδικασίας.

Χωρίς τις εγγυήσεις αυτές, οι εξεταστικές επιτροπές κινδυνεύουν να λειτουργούν όχι ως μέσα διαφάνειας και λογοδοσίας, αλλά ως μηχανισμοί πολιτικής διαχείρισης και συγκάλυψης σοβαρών υποθέσεων δημοσίου ενδιαφέροντος.


Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με τρόπο αδιαμφισβήτητο τα όρια και τις
στρεβλώσεις του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου ελέγχου της εκτελεστικής
εξουσίας. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους
δημοκρατικούς θεσμούς προϋποθέτει γενναίες και ουσιαστικές θεσμικές
παρεμβάσεις, οι οποίες θα διασφαλίζουν ότι κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν
απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση έναντι της ποινικής δικαιοσύνης, καμία
κοινοβουλευτική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο ή
εμπόδιο του δικαστικού ελέγχου και καμία σοβαρή υπόθεση διαχείρισης
δημοσίου χρήματος δεν μπορεί να συγκαλύπτεται.
 

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
 

Η κυβερνητική πρωτοβουλία για μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην αρμοδιότητα της
ΑΑΔΕ δεν συνιστά μεταρρύθμιση. Αντίθετα υποβαθμίζει ουσιαστικά την αγροτική
πολιτική της χώρας, αντιμετωπίζοντας τον Οργανισμό ως ένα μηχανισμό πληρωμών παρά ως κρίσιμο εργαλείο άσκησης δημόσιας πολιτικής στον πρωτογενή τομέα. Η μεταφορά αυτή πραγματοποιείται χωρίς ουσιαστικά εχέγγυα διαφάνειας, επαρκή θεσμικά αντίβαρα και υπό την παντελή έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός καθίσταται απαραίτητος καθώς η φύση της ΑΑΔΕ είναι φορολογικού και εισπρακτικού χαρακτήρα, χωρίς καμία ουσιαστική σχέση με τον πρωτογενή τομέα της χώρας. 
Δυστυχώς, για τον αγροτικό κόσμο της χώρας και την ύπαιθρο, δεν είναι ακόμα
ξεκάθαρο ποιος φορέας έχει αναλάβει την ευθύνη του στρατηγικού σχεδιασμού της ΚΑΠ. Μπροστά σε αυτό το θολό τοπίο θεσμικών αρμοδιοτήτων, αβεβαιότητας και διοικητικής σύγχυσης το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής εκφράζει την ανησυχία του για την αποτελεσματικότητα της εθνικής αγροτικής πολιτικής απέναντι σε μια κατακλυσμιαία αλλαγή στην ΚΑΠ και στην τοποθέτηση των εθνικών συμφερόντων στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που πρόκειται να συνάψει η Ευρωπαϊκή Ένωση με την Ινδία, την Ινδονησία, την Αυστραλία. Το προηγούμενο της εν κρυπτώ διαπραγμάτευσης για την Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Ε.Ε – ΜΕΡΚΟΣΟΥΡ, χωρίς καμία ενημέρωση και προετοιμασία του αγροτικού κόσμου είναι ενδεικτικό.

 Σε αυτή τη νέα εποχή για την αγροτική πολιτική σε ενωσιακό επίπεδο, ένας αναπτυξιακός εθνικός οργανισμός για τον πρωτογενή τομέα θα έπρεπε να
διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην χάραξη στρατηγικής για την ορατότητα των
ελληνικών θέσεων ευρωπαϊκά, για την παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας στα ελληνικά προϊόντα, για την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε δεδομένα κλιματικής κρίσης, για την διατροφική ασφάλεια της χώρας, τη γενεακή ανανέωση του αγροτικού κόσμου, την επιβίωση και αναζωογόνηση της υπαίθρου.

Απέναντι σε αυτή τη θεσμική αποδόμηση και τη στρατηγική απουσία εθνικού
σχεδιασμού, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής καταθέτει ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο σχέδιο αναδιοργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ.  Το σχέδιο έξι σημείων περιλαμβάνει:


1. Θεσμική θωράκιση του ΟΠΕΚΕΠΕ ως πραγματικά ανεξάρτητου οργανισμού του
Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με διακριτές αρμοδιότητες από
το Υπουργείο και δικλείδες ασφαλείας για να αποφεύγονται οι  παρεμβάσεις από
την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

2. Θεσμοθέτηση αντικειμενικών διαδικασιών επιλογής για τις θέσεις Προέδρου,
Αντιπροέδρων και Γενικών Γραμματέων του Οργανισμού, με ανοιχτό
αξιοκρατικό διαγωνισμό και έγκριση της Βουλής, με πενταετή θητεία.

3. Η τελική έγκριση της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου να
πραγματοποιείται από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

4. Ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού του ΟΠΕΚΕΠΕ με επαρκές διοικητικό,
τεχνικό και ελεγκτικό προσωπικό, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία
του και η αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

5. Καθιέρωση συστήματος αξιολόγησης για όλες τις θέσεις ευθύνης των
υπαλλήλων, με διαφανή και αξιοκρατικά κριτήρια.

6. Διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων του ΟΠΕΚΕΠΕ με κρίσιμους
δημόσιους φορείς, όπως η ΑΑΔΕ, το Κτηματολόγιο, το Δασολόγιο, ο ΕΛΓΑ, ο
ΕΦΚΑ, η Κτηνιατρική Βάση Δεδομένων, το Ελαιοκομικό Μητρώο κ.ά., με στόχο
την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας των
ελέγχων.

7. Απόκτηση πλήρους τεχνολογικής αυτονομίας από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με την
ανάπτυξη και διαχείριση του πληροφοριακού του συστήματος από ίδιες δυνάμεις,
απεξαρτημένο από εξωτερικές τεχνικές εταιρείες συμβούλων.

Συνολικά, το σχέδιο του ΠΑΣΟΚ έχει στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ΟΠΕΚΕΠΕ και την εξασφάλιση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας στη διαχείριση των κοινοτικών ενισχύσεων, ενώ παράλληλα αποτρέπει την υποβάθμιση του ρόλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τη μεταφορά της διαχείρισης της αγροτικής πολιτικής σε φορείς που δεν διαθέτουν τη αναγκαία εξειδίκευση και στρατηγική κατεύθυνση, εις βάρος των πραγματικών παραγωγών και της βιωσιμότητας της ελληνικής υπαίθρου.

 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ