Μετά από τέσσερα χρόνια σκληρών πολεμικών επιχειρήσεων, η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει εισέλθει σε μια φάση όπου οι αλλαγές στον χάρτη γίνονται με το σταγονόμετρο, αλλά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές παραμένει δυσβάσταχτο.
Σήμερα, η έκβαση των μαχών δεν κρίνεται πλέον από την ταχύτητα των τεθωρακισμένων σχηματισμών ή από εντυπωσιακούς ελιγμούς, αλλά από την καθαρή αντοχή των δύο πλευρών και την ικανότητά τους να αναπληρώνουν τις απώλειές τους στο πεδίο.
Η Ρωσία ακολουθεί μια στρατηγική αργής αλλά σταθερής πίεσης, ποντάροντας στον μεγάλο αριθμό στρατιωτών που διαθέτει και στην ικανότητά της να απορροφά τους κραδασμούς ενός παρατεταμένου πολέμου. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία αντιμετωπίζει ένα βαθύ υπαρξιακό πρόβλημα: μια δημογραφική ασφυξία που καθορίζει τα στρατηγικά της όρια.
Η πραγματικότητα στο έδαφος δείχνει πόσο σύνθετη και επίπονη είναι η κατάσταση. Οι δυνάμεις της Μόσχας ελέγχουν πλέον το 20% της συνολικής έκτασης της χώρας, δηλαδή περίπου 118.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εδαφών, περίπου 75.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, καταλήφθηκε μετά την έναρξη των μεγάλων επιχειρήσεων το 2022. Ο βασικός στόχος που έχει θέσει το Κρεμλίνο παραμένει ο πλήρης έλεγχος των τεσσάρων περιοχών που έχουν ήδη ενσωματωθεί διοικητικά στο ρωσικό κράτος.
Η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε ένα σημείο όπου η ισχύς των αριθμών καθορίζει τις εξελίξεις
Ωστόσο, στην πράξη, ένα σημαντικό τμήμα αυτών των επαρχιών -περίπου 22.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα- παραμένει ακόμα υπό τον έλεγχο του Κιέβου. Αυτά τα εδάφη αποτελούν το επίκεντρο των τρεχουσών μαχών, με την ηγεσία στη Μόσχα να δείχνει διατεθειμένη να δαπανήσει απεριόριστο χρόνο και πόρους για την κατάληψή τους.
Όμως, αυτήν την προέλαση δεν θυμίζει σε τίποτα τους γρήγορους πολέμους του παρελθόντος. Αν αναλύσουμε τα δεδομένα της προηγούμενης χρονιάς, ο μέσος όρος των εδαφικών κερδών της ρωσικής πλευράς ήταν περίπου 470 τετραγωνικά χιλιόμετρα τον μήνα.
Πρόκειται για έναν ρυθμό που, αν παραμείνει σταθερός, σημαίνει ότι θα χρειάζονταν τουλάχιστον άλλοι 22 μήνες -δηλαδή μέχρι τις αρχές του 2028- για να ελεγχθούν πλήρως οι τέσσερις αυτές περιοχές από τον Πούτιν. Στην πραγματικότητα, αυτό το χρονοδιάγραμμα μπορεί να επιμηκυνθεί ακόμη περισσότερο.
Στον δρόμο των στρατευμάτων υπάρχουν μεγάλα εμπόδια, όπως ο ποταμός Δνείπερος, αλλά και οχυρωμένες πόλεις που έχουν μετατραπεί σε πραγματικά φρούρια.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, αλλά και παρά τις περιστασιακές τοπικές αποτυχίες που οφείλονται σε τεχνικά προβλήματα ή προβλήματα επικοινωνίας, ο ρωσικός στρατός συνεχίζει να πιέζει μεθοδικά, δείχνοντας ότι έχει τη δυνατότητα να περιμένει όσο απαιτηθεί.
Το μεγαλύτερο και ίσως το πιο καθοριστικό πλεονέκτημα σε αυτήν την αναμέτρηση είναι η σταθερή ροή των στρατιωτών. Η Μόσχα κατορθώνει να στέλνει στο μέτωπο από 30.000 έως 35.000 νέους στρατιώτες κάθε μήνα.
Αυτή η συνεχής τροφοδοσία επιτρέπει στη στρατιωτική ηγεσία να αναπληρώνει τις απώλειες και να διατηρεί την πίεση σταθερή σε όλο το μήκος της γραμμής του μετώπου, ανεξαρτήτως του κόστους. Αντίθετα, η Ουκρανία αντιμετωπίζει μια αντικειμενική έλλειψη προσωπικού.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: στην πρώτη γραμμή των μαχών ο μέσος όρος ηλικίας των στρατιωτών υπερβαίνει πλέον τα 40 έτη. Αυτοί οι άνθρωποι φέρουν το βάρος της πολυετούς εμπλοκής στη σύγκρουση.
Η ηγεσία στο Κίεβο βρίσκεται μπροστά σε ένα συγκεκριμένο δίλημμα. Από τη μία πλευρά απαιτούνται νέες δυνάμεις για τη διατήρηση των γραμμών άμυνας, από την άλλη όμως αποφεύγεται η μαζική επιστράτευση της γενιάς των 18 έως 25 ετών. Η επιλογή αυτή πηγάζει από την ανάγκη διαφύλαξης της μελλοντικής παραγωγικής και δημογραφικής βάσης της χώρας.
Χωρίς αυτό το δυναμικό, η οικονομική ανασυγκρότηση και η κοινωνική δομή τίθενται σε αμφισβήτηση για την επόμενη ημέρα. Αυτήν την έλλειψη ανθρώπινων πόρων η ρωσική πλευρά την αξιοποιεί ως μέσο πίεσης, υπονομεύοντας τη δυνατότητα της Ουκρανίας να διατηρήσει την άμυνά της σε βάθος χρόνου.
Η στρατηγική της επιμονής
Αυτή η δυσαναλογία δυνάμεων και η πίεση που ασκείται στο μέτωπο, έχει φέρει ξανά τη διπλωματία στο προσκήνιο. Οι διεθνείς συζητήσεις αναζητούν πλέον ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τερματισμό των εχθροπραξιών.
Τα σχέδια που συζητούνται περιλαμβάνουν την παροχή οικονομικών πακέτων για την ανοικοδόμηση, τα οποία υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσουν τα 800 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ωστόσο, αυτά τα χρήματα συνοδεύονται από όρους που αποσκοπούν στη διαμόρφωση μιας νέας στρατιωτικής πραγματικότητας. Ένας από τους βασικούς όρους που τίθενται είναι ο περιορισμός του αριθμού των στρατιωτών που θα μπορεί να διατηρεί η Ουκρανία σε ένα ανώτατο όριο, περίπου στις 600.000.
Στο πλαίσιο αυτό, η προοπτική μιας κατάπαυσης του πυρός προβάλλει πλέον ως μια επιλογή για τον περιορισμό της περαιτέρω κατανάλωσης πόρων και την εκκίνηση των διαδικασιών ανασυγκρότησης.
Η στρατηγική της επιμονής που ακολουθεί η Ρωσία μεταβάλλει τους συσχετισμούς, καθώς οδηγεί την αναμέτρηση σε ένα σημείο όπου η συνέχιση των εχθροπραξιών παράγει αποτελέσματα υπέρ του ισχυρότερου σε πόρους.
Ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μια εξίσωση όπου η μία πλευρά αξιοποιεί την αφθονία των μέσων της και η άλλη προσπαθεί να διαχειριστεί τα όρια των δικών της αντοχών.
Κοιτώντας τη συνολική εικόνα, γίνεται σαφές ότι η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε ένα σημείο όπου η ισχύς των αριθμών καθορίζει τις εξελίξεις. Η ρωσική πλευρά διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τις επιχειρήσεις με νέο έμψυχο δυναμικό.
Η Ουκρανία, από την άλλη, καλείται να λειτουργήσει μέσα στους περιορισμούς που θέτει η δημογραφική της πραγματικότητα. Σε αυτό το σκηνικό, η διπλωματία παρεμβαίνει ως η διαδικασία που καλείται να αποτυπώσει τη νέα κατάσταση επί του πεδίου και να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο ισορροπίας στην περιοχή.
Πηγή: in.gr





