Οι τρεις νέες δεξαμενές εσόδων για τον ελληνικό τουρισμό

Γεμίζει το ταμείο του τουρισμού και όλα δείχνουν νέο ρεκόρ

Της Βίκυς Κουρλιμπίνη

Η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου και η αύξηση της κατά κεφαλήν δαπάνης αποτελούν τους δύο βασικούς στόχους της τουριστικής στρατηγικής φέτος. Πέρα από τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές αγορές, η έμφαση στρέφεται πλέον σε τρεις δυναμικές δεξαμενές επισκεπτών: τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ινδία και τις χώρες του Κόλπου (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία, Κατάρ. Πρόκειται για αγορές με διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά με κοινό παρονομαστή τη μεγάλη διάρκεια παραμονής, αλλά και τη δυνατότητα ενίσχυσης των τουριστικών εσόδων. Και αυτό καθώς οι ταξιδιώτες από τις συγκεκριμένες χώρες χαρακτηρίζονται από υψηλή αγοραστική δύναμη και προτίμηση σε καταλύματα πολυτελείας, ιδιωτικότητα και προσωποποιημένες υπηρεσίες.

Στροφή προς την Ινδία

Η έναρξη των πρώτων απευθείας αεροπορικών συνδέσεων της Αθήνας με το Νέο Δελχί και τη Βομβάη στοχεύει σε αυξημένα ταξιδιωτικά μερίδια από μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές διεθνώς. Η ινδική αεροπορική εταιρεία IndiGo διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια παραγγελιών παγκοσμίως, με περισσότερα από 900 αεροσκάφη να αναμένεται να ενταχθούν στον στόλο της τα επόμενα χρόνια.

Τα διαθέσιμα στοιχεία αναδεικνύουν το μέγεθος της ευκαιρίας που μέχρι σήμερα παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη. Την περσινή χρονιά, οι Ινδοί ταξιδιώτες προς την Ευρώπη ανήλθαν σε 12,3 εκατομμύρια, ωστόσο μόλις 102 χιλιάδες επέλεξαν την Ελλάδα ως τελικό προορισμό, ποσοστό μικρότερο του 1%. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στη 19η θέση μεταξύ 37 ευρωπαϊκών χωρών που υποδέχθηκαν πάνω από 10.000 Ινδούς επισκέπτες. Η περιορισμένη αυτή παρουσία έρχεται σε αντίθεση με τη συνολική δυναμική της αγοράς και ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι τα νέα δρομολόγια μπορούν να αλλάξουν τους συσχετισμούς, μετατρέποντας την Ελλάδα από ενδιάμεσο σταθμό σε απευθείας προορισμό αυξημένης ζήτησης. 

Ήδη, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η επιβατική κίνηση μεταξύ Ινδίας και Ελλάδας ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία. Το 2022, μετά την πανδημία, καταγράφηκαν 49.700 επιβάτες, ενώ το 2023 ο αριθμός αυξήθηκε σε 65.800, σημειώνοντας ετήσια άνοδο άνω του 30%. Το 2024 η κίνηση ενισχύθηκε περαιτέρω, φτάνοντας τους 87.400 επιβάτες, για να αγγίξει το 2025 τους 102.500. Πρόκειται για διαδοχικά διψήφια ποσοστά αύξησης, τα οποία εκτιμάται ότι θα επιταχυνθούν με την καθιέρωση των απευθείας πτήσεων, ακόμη και με προοπτική διπλασιασμού της ζήτησης τα επόμενα χρόνια.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το προφίλ των Ινδών ταξιδιωτών. Πρόκειται κυρίως για επιβάτες υψηλού εισοδήματος, είτε κατοίκους Ινδίας είτε μέλη της ινδικής διασποράς στις ΗΠΑ. Η αναψυχή αποτελεί τον βασικό σκοπό ταξιδιού για το 56% των επισκεπτών, ενώ σημαντικό μερίδιο αφορά επαγγελματικά ταξίδια και επισκέψεις σε φίλους ή συγγενείς. Η μέση διάρκεια παραμονής φτάνει τις 19 ημέρες, στοιχείο που ενισχύει το οικονομικό αποτύπωμα, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των κρατήσεων πραγματοποιείται απευθείας.

Οι προσδοκίες από τις ΗΠΑ

Στην κρίσιμη από πλευράς εσόδων –με υψηλή μέση δαπάνη ανά ταξίδι– αμερικανική αγορά ποντάρει και τη φετινή σεζόν ο ελληνικός τουρισμός. Μάλιστα, οι απευθείας πτήσεις από τις ΗΠΑ αναμένεται να φέρουν φέτος στην Ελλάδα περισσότερους από 1,5 εκατομμύρια ταξιδιώτες και πάνω από 1,3 δισ. ευρώ έσοδα (το 2025 σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ για το ενδεκάμηνο οι εισπράξεις από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 8,5% στα 1,7 δισ. ευρώ).

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει εδραιωθεί ως ελκυστικός προορισμός για τους Αμερικανούς ταξιδιώτες, οι οποίοι εμφανίζουν υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και αυξημένο ενδιαφέρον για διαφοροποιημένες εμπειρίες. Η ζήτηση αφορά όχι μόνο την Αθήνα, αλλά και νησιωτικούς προορισμούς με ανεπτυγμένες υποδομές φιλοξενίας. Η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη των Αμερικανών τουριστών ξεπερνά τα χίλια ευρώ, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αγγίζει τα 100 ευρώ και η μέση διάρκεια παραμονής ανέρχεται σε 11 διανυκτερεύσεις.

Ωστόσο, οι προοπτικές για το 2026 συνοδεύονται και από προκλήσεις. Η πορεία της αμερικανικής οικονομίας και η καταναλωτική εμπιστοσύνη επηρεάζουν άμεσα τη διάθεση για υπερατλαντικά ταξίδια, τα οποία συνεπάγονται υψηλό κόστος. Ενδεχόμενες διακυμάνσεις στην ισοτιμία δολαρίου – ευρώ μπορούν επίσης να επηρεάσουν την αγοραστική δύναμη και τη μέση δαπάνη των επισκεπτών.

Πιο συγκρατημένες οι προοπτικές για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων το 2026 – Ανθεκτικό το ενδιαφέρον για την Ευρώπη

Πιο προσεκτικοί εμφανίζονται οι ταξιδιώτες μεγάλων αποστάσεων στον σχεδιασμό των ταξιδιών τους για το 2026, σύμφωνα με το Long-Haul Travel Barometer που δημοσίευσαν η European Travel Commission (ETC) και η Eurail. Η έρευνα καταγράφει τις προθέσεις, τις προτιμήσεις και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν ταξιδιώτες από επτά βασικές αγορές εκτός Ευρώπης: Αυστραλία, Βραζιλία, Καναδά, Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι, συνολικά, το 59% των ερωτηθέντων σκοπεύει να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι μεγάλων αποστάσεων μεταξύ Ιανουαρίου και Δεκεμβρίου 2026, ποσοστό μειωμένο κατά 5% σε σχέση με πέρσι. Αν και η πτώση σε επιμέρους αγορές είναι περιορισμένη, η γενική τάση αντανακλά αυξημένη ευαισθησία στο κόστος και τους χρονικούς περιορισμούς.

Παρά το πιο συγκρατημένο κλίμα, το ενδιαφέρον για ταξίδια στην Ευρώπη παραμένει ανθεκτικό. Το 42% των ταξιδιωτών μεγάλων αποστάσεων δηλώνει ότι εξετάζει ένα ευρωπαϊκό ταξίδι το 2026, ποσοστό μειωμένο κατά 3% σε ετήσια βάση.

Το ενδιαφέρον διαφοροποιείται ανά αγορά, με την Κίνα (59%) και τη Βραζιλία (54%) να προηγούνται. Στην Κίνα, η ζήτηση παραμένει ισχυρή παρά μια μικρή κάμψη, με τους ταξιδιώτες να στρέφονται όλο και περισσότερο σε εξατομικευμένα και εμπειρικά ταξιδιωτικά προγράμματα.

Αντίθετα, αγορές όπως η Αυστραλία καταγράφουν τη μεγαλύτερη υποχώρηση ενδιαφέροντος (47%, -7 μονάδες), καθώς παρατηρείται στροφή προς προορισμούς μικρότερης απόστασης, κυρίως στην Ασία. Στον Καναδά, το ενδιαφέρον για την Ευρώπη διαμορφώνεται στο 45%, επηρεασμένο από την ισχυρή ζήτηση για εγχώρια ταξίδια και προορισμούς θερμού κλίματος. Στις ΗΠΑ οι προθέσεις μειώνονται στο 34%, υπό το βάρος της οικονομικής αβεβαιότητας και των ανησυχιών για ύφεση, παρά τη γενικότερα υψηλή ταξιδιωτική διάθεση.

Για όσους δεν σχεδιάζουν ταξίδια στο εξωτερικό, το υψηλό κόστος αποτελεί τον βασικό αποτρεπτικό παράγοντα (52%), ακολουθούμενο από την προτίμηση για εγχώρια ταξίδια.
 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ