Θεσμικό ρήγμα στις ΗΠΑ: Το Ανώτατο Δικαστήριο βάζει φρένο στην ικανότητα του Τραμπ να αποφασίζει και διατάσσει

Θεσμικό ρήγμα στις ΗΠΑ: Το Ανώτατο Δικαστήριο βάζει φρένο στην ικανότητα του Τραμπ να αποφασίζει και διατάσσει

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ήρθε στην εξουσία, μία βασική πλευρά της στρατηγικής του ήταν ότι δεν θα νομοθετούσε με τον παραδοσιακό τρόπο, παρότι είχε έναν ευνοϊκό συσχετισμό στο Κογκρέσο.

Τόσο ο ίδιος όσο και ο κύκλος γύρω από αυτόν ήθελαν να μπορούν να νομοθετήσουν γρήγορα και αποφασιστικά και κατά προτίμηση στην αρχή της τετραετίας πριν τις ενδιάμεσες εκλογές και πριν την εκκίνηση της προεκλογικής εκστρατείας για τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Όμως, αυτό απαιτούσε να ξεπεράσουν τον σκόπελο της αμερικανικής διαδικασίας νομοθέτησης που είναι η επιτομή των checks and balances και που στην πράξη σημαίνει αργές διαδικασίες και διαρκή διαπραγμάτευση και της παραμικρής ρύθμισης, ιδίως από τη στιγμή που κάθε μείζον νομοθέτημα είναι και μια ευκαιρία για βουλευτές και γερουσιαστές να διεκδικήσουν και κάτι για τους εκλογείς τους.

Η λύση που σκέφτηκαν είναι το ιδιότυπο αμερικανικό «παρασύνταγμα» που έχει με τα χρόνια διαμορφωθεί ως προς τις δυνατότητες του Προέδρου να αποφασίζει εντός καταστάσεων έκτακτης ανάγκης με εκτελεστικά διατάγματα. Αυτό το καθεστώς επεκτάθηκε σημαντικά στη διάρκεια πολέμων και στη συνέχεια στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Αυτή η «τεχνική λύση» συνδυάστηκε και με μια συγκεκριμένη συντηρητική νομική θεωρία, αυτή της «ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας». Σύμφωνα με αυτή ο πρόεδρος έχει αποκλειστική αρμοδιότητα πάνω στην εκτελεστική εξουσία. Αυτό στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε για να κατοχυρωθεί η δυνατότητά του να προσλαμβάνει και απολύει υπαλλήλους του εκτελεστικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κατηγοριών δικαστών, ειδικών εισαγγελέων, γενικών επιθεωρητών και επικεφαλής ομοσπονδιακών αρχών.

Ωστόσο, στην περίπτωση των δασμών είχαμε μια προσπάθεια να επεκταθεί η εξουσία του προέδρου σε ένα πεδίο που παραδοσιακά θεωρείτο ότι ανήκε στη νομοθετική εξουσία, με την έννοια ότι δασμοί επιβάλλονται βάσει νόμου. Είναι γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν ένα πλήθος νόμων που επιτρέπουν στον Πρόεδρο να επιβάλλει μέτρα, συμπεριλαμβανομένων δασμών, που αφορούν τις εισαγωγές και εξαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων και συνολικά πλευρές της οικονομίας και των διεθνών συναλλαγών. Όμως, όχι κάποιο νόμο που να αφορά το γενικό δικαίωμα να επιβάλλονται δασμοί.

Αυτό έγινε με την επίκληση ενός νόμου του 1977, που αφορούσε τις εξουσίες του Προέδρου σε σχέση με την οικονομία σε σχέση με το διεθνές εμπόριο σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε πανεθνικό επίπεδο που κηρύσσεται ως απάντηση σε μια μεγάλη εξωτερική απειλή για τη χώρα (π.χ. για να «παγώσουν» τα περιουσιακά στοιχεία μιας εχθρικής κυβέρνησης, ή για να επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις). Και πιο ειδικά με την επίκληση ενός άρθρου που δεν αναφέρεται ρητά σε δασμούς αλλά περιλαμβάνει την αρμοδιότητα του Προέδρου σε έκτακτη περίσταση να «ρυθμίζει» διάφορες οικονομικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της «εισαγωγής» οποιασδήποτε περιουσίας.

Σε αυτή τη βάση ο Τραμπ, ως πρόεδρος αφενός κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, (α) σε σχέση με τις παράνομες εισαγωγές ναρκωτικών στη χώρα και (β) σε σχέση με τα μεγάλα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ με τους περισσότερους εμπορικούς εταίρους της.

Εφόσον υπήρξε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», προχώρησε σε εκτελεστικά διατάγματα επιβάλλοντας δασμούς.

Οι δασμοί είναι κεντρική πλευρά της οικονομικής πολιτικής του. Εάν παρακολουθήσει κανείς τη ρητορική του ιδίου και της ομάδας τριγύρω του υπάρχει μια πίστη στη σχεδόν «μαγική»  δύναμη των δασμών για την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας και ιδίως της αμερικανικής μεταποίησης στην προοπτική του επαναπατρισμού μεταποιητικών δραστηριοτήτων. Και αυτό παρότι αρκετοί εταίροι το αντιμετώπισαν πολύ περισσότερο ως κήρυξη εμπορικού πολέμου και ως υπονόμευση του διεθνούς εμπορίου.

Ωστόσο, πέραν από τις διεθνείς αντιδράσεις, υπήρξαν και αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, κυρίως από Πολιτείες και επιχειρήσεις που θα είχαν κόστος από τα πλήγματα σε αμερικανικές επιχειρήσεις από το νέο καθεστώς στο διεθνές εμπόριο. Γι’ αυτό και υπήρξαν προσφυγές επιχειρήσεων και Πολιτειών με Δημοκρατικό κυβερνήτη στα δικαστήρια, που κατέληξαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστήριο.

Εκεί η κυβέρνηση υπολόγισε ότι η συντηρητική πλειοψηφία του δικαστηρίου θα αποδεχόταν την αντίληψή της για τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Μόνο που μόνο μια μειοψηφία συμφώνησε με αυτό, εισπράττοντας και τα συγχαρητήρια του Τραμπ, ενώ η πλειοψηφία, που εισέπραξε δριμεία κριτική,  υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος νόμος σε καμία περίπτωση δεν του δίνει μια γενική αρμοδιότητα να επιβάλλει δασμούς και τα ζητήματα αυτά απαιτούν νομοθέτηση.

Ο ίδιος ο Τραμπ αφού καταδίκασε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, φτάνοντας μέχρι του σημείου να κατηγορήσει μέλη της πλειοψηφίας για «επιρροή από ξένους παράγοντες», υποστήριξε ότι έχει άλλες δυνατότητες να επιβάλει την αμερικανική πολιτική. Το είδος της γλώσσας που χρησιμοποίησε για την πλειοψηφία του Δικαστηρίου υπήρξε ιδιαίτερα ανοίκειο, ιδίως εάν αναλογιστούμε την πολύ μεγάλη ισχύ που έχει αυτό το δικαστήριο, αλλά και την προσπάθεια του Τραμπ να εξασφαλίσει ευνοϊκό συσχετισμό. Άλλωστε, η απόφαση προέκυψε μέσα από ένα ρήγμα στην συντηρητική πλειοψηφία του Δικαστηρίου, η οποία μοιράστηκε με τρεις δικαστές (Ρόμπερτς, Γκόρσουχ, Μπάρετ) να ψηφίζουν υπέρ της απόφασης (Γκόρσουχ και Μπάρετ μάλιστα ήταν επιλογές του Τραμπ), μαζί με τους εναπομείναντες φιλελευθέρους δικαστές, και τρεις (Κάβανο, Τομας, Αλίτο) να αποτελούν τη μειοψηφία που ψήφισε κατά.

Στην συνέντευξη Τύπου ο Τραμπ επέμεινε ότι έχει άλλες δυνατότητες να επιβάλει δασμούς, κυρίως μέσα από τις προβλέψεις του νόμου για το Διεθνές Εμπόριο του 1974, που επιτρέπουν βραχύχρονους περιορισμούς στις εισαγωγές, που απαιτούν για την παράταση έγκριση του Κογκρέσου και δασμούς μεγαλύτερη διάρκειας αλλά μετά από συστηματική έρευνα εάν υπάρχουν πρακτικές που είναι άνισες σε βάρος των ΗΠΑ.

Η απόφαση αυτή έχει διάφορα ανοιχτά ερωτήματα ως προς την εφαρμογή της, ιδίως ως προς το εάν θα υπάρξουν αιτήματα και αγωγές σε βάρος των ΗΠΑ που θα απαιτήσουν την επιστροφή των δασμών που καταβλήθηκαν. Ανοιχτό είναι και το ερώτημα εάν ο επιπλέον δασμός 10% που δήλωσε ότι θα επιβάλει, επικαλούμενος το άρθρο 122 του νόμου για το Διεθνές Εμπόριο του 1974, που δίνει τη σχετική δυνατότητα για βραχύ χρόνο, θα καλύψει τα έσοδα που έχει ήδη εγγράψει στον προϋπολογισμό με βάση το προηγούμενο καθεστώς, έσοδα που ήταν και η βάση για διάφορες φοροαπαλλαγές που συμπεριέλαβε στον «μεγάλο όμορφο νόμο» που τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025.

Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τη σχετικά ευρεία πλειοψηφία, όπως και το είδος της οργής και των προσωπικών επιθέσεων που επέδειξε απέναντί της ο Τραμπ (όπως και απέναντι σε άλλους ομοσπονδιακούς δικαστές που έχουν αμφισβητήσει αποφάσεις του), κάνουν σαφές ότι έχουμε το πρώτο πραγματικό ρήγμα σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από τον Τραμπ.

Ουσιαστικά, έχουμε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην ντε φάκτο μετατόπιση του καθεστώτος των ΗΠΑ προς μια συνθήκη όπου κατά βάση η εκλογή Προέδρου είναι και νομοθετική εξουσιοδότηση με την επίκληση έκτακτων αναγκών και απειλών, ένα είδος βοναπαρτισμού θα μπορούσε κάποιος να πει, και το εάν θα διατηρηθεί η διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τις άλλες εξουσίας για τις κρίσιμες αποφάσεις, διαρκής διαπραγμάτευση που παραδοσιακά θεωρήθηκε ότι αποτελούσε την αφετηρία της όποιας θεσμικής ισορροπίας και σταθερότητας στις ΗΠΑ.

Ως προς το τι θα γίνει με τους δασμούς, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, γιατί τα μέτρα που επικαλείται ότι μπορεί να πάρει δεν αναλογούν στο είδος των δασμών που θεώρησε ότι μπορούσε να επιβάλει με εκτελεστικά διατάγματα. Η μονομερής επιβολή με χρονικό όριο δημιουργεί προβλήματα, η κατά περίπτωση διερεύνηση θα πάρει καιρό και η γενική απειλή κυρώσεων ως διαπραγματευτικό εργαλείο πάλι δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη άμεση οριζόντια επιβολή στο διηνεκές που οραματίστηκε και τα δημόσια έσοδα που αναλογούν. Αντίστοιχα, παραμένει ανοιχτό το τι θα συμβεί με τους δασμούς που εισπράχτηκαν και σε ποια βάση και με ποια διαδικασία θα μπορούσε να υπάρξει διαδικασία διεκδίκησής τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ και μαζί τους εν προκειμένω και το παγκόσμιο εμπόριο, εξακολουθούν να πλέουν στα αχαρτογράφητα ύδατα της εποχής Τραμπ.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ