Του Τάσου Δασόπουλου
Μόνο η ανατροπή της σημερινής δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να αναστρέψει την σταθερή αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους, η οποία είναι ασφαλής τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βιωσιμότητα του χρέους των κρατών-μελών της (Debt Sustainability Monitor 2025 ).
Στο βασικό σενάριο της Ανάλυσης Βιωσιμότητας, το μικτό χρέος (περιλαμβάνει και τους αναβαλλόμενους τόκους από το δεύτερο μνημόνιο) προβλέπεται ότι θα μειωθεί από το 141,2% του ΑΕΠ, που θα φτάσει στο τέλος του 2026, στο 123,5% του ΑΕΠ το 2036, αλλά όπως επισημαίνεται θα παραμείνει πάνω από την κόκκινη γραμμή του 90% του ΑΕΠ. Βεβαίως, η πρόβλεψη αυτή βασίζεται σε προβλέψεις που θέλουν την ανάπτυξη της οικονομίας να φτάνει το 2,2% για φέτος και το 1,7% το 2027, ενώ από το 2028 και μετά προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα υποχωρήσει κάτω από το 1%, βάζοντας την οικονομία σε μια οικονομική στασιμότητα. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί μέτρα που να αυξάνουν την ανάπτυξη (η έκθεση κάνει ανασκόπηση με τα δεδομένα του 2025), ενώ η Ελλάδα έχει ενημερώσει τις Βρυξέλλες για το αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο 2026-2029, όταν ο ρυθμός ανάπτυξης για την 4ετία προσεγγίζει σε μέση ετήσια βάση το 2% που θα προέλθει από συγκεκριμένα μέτρα.
Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η αποκλιμάκωση θα συνεχιστεί στα δυσμενή σενάρια που περιλαμβάνουν χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα, υψηλότερα επιτόκια ή και τις δύο αυτές δυσμενείς συνθήκες, και μαζί χαμηλότερη του προβλεπόμενου ανάπτυξη. Η διαφορά στην εξέλιξη του βασικού σε σχέση με το χειρότερο δυνατό σενάριο είναι 10% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, με χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα, υψηλότερα επιτόκια και χαμηλή ανάπτυξη, το χρέος θα μειωθεί στο 133,4% του ΑΕΠ αντί του 123,5% του ΑΕΠ που προβλέπει το βασικό σενάριο.
Η έκθεση παραδέχεται επίσης ότι οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για μια βίαιη ανατροπή στην πορεία του χρέους είναι χαμηλοί παρά το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας και τον πραγματικό κίνδυνο, στο πέρασμα των χρόνων, να αρχίσουν να αυξάνονται οι δαπάνες για συντάξεις και περίθαλψη.
Ζητούμενο η δημοσιονομική σταθερότητα
Ο βασικός προβληματισμός που εκφράζεται στην έκθεση είναι αν η Ελλάδα θα καταφέρει σε σταθερή βάση να παράγει κάθε χρόνο πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% του ΑΕΠ και -ακόμη πιο σημαντικό- διαρθρωτικά πρωτογενή πλεονάσματα 1,8% του ΑΕΠ σε τόσο μεγάλο ορίζοντα χρόνου, ώστε να μπορεί το χρέος να συνεχίσει την σημερινή του πορεία. Εμμέσως, η Επιτροπή καλεί σε απαρέγκλιτη εφαρμογή της σημερινής δημοσιονομικής πολιτικής και για τα επόμενα χρόνια. Πάντως, η έκθεση προσυπογράφει ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν χαμηλές και θα περάσουν το 10% του ΑΕΠ όχι νωρίτερα από το 2030, ενώ θα παραμείνει κάτω από το 20% μέχρι και το 2036.
Οι άμεσοι κίνδυνοι
Πέρα από την εξέλιξη των δημοσιονομικών στοιχείων, η Κομισιόν εντοπίζει 3 βασικούς δημοσιονομικούς κινδύνους μεταξύ των οποίων και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίοι μπορούν να επιβαρύνουν την μείωση του χρέους βραχυπρόθεσμα.
Συγκεκριμένα η Κομισιόν επισημαίνει ότι:
1. Τα κόκκινα δάνεια έχουν μειωθεί, οι τράπεζες έχουν μειωθεί αισθητά, αλλά παραμένουν υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως αναφέρεται, κάτι που μπορεί να “χτυπήσει” στις κρατικές εγγυήσεις που έχει παράσχει το δημόσιο σε τράπεζες και funds.
2. Δικαστικές εκκρεμότητες δημιουργούν υποχρεώσεις από πλευράς του Δημοσίου. Αν και δεν αναλύει τα πεδία ανησυχίας της, η Κομισιόν εννοεί προφανώς αποφάσεις όπως η αναμενόμενη για “κούρεμα” τόκων στα δάνεια νόμου Κατσέλη, ή και άλλες που αναμένονται για χορήγηση 13ου-14ου μισθού ή σύνταξης, καθώς και αν θα ισχύσουν αναδρομικά.
3. Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ: Η Κομισιόν μιλά και για “πιθανές οικονομικές επιπτώσεις που απορρέουν από συνεχιζόμενες έρευνες και ελέγχους σχετικά με τη διαχείριση των χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ γεωργικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ΟΠΕΚΕΠΕ”.
Πηγή: capital.gr





