Καταθέσεις: Έπεσε η ζήτηση για έντοκα γραμμάτια μετά τη μείωση των αποδόσεών τους –

Καταθέσεις: Έπεσε η ζήτηση για έντοκα γραμμάτια μετά τη μείωση των αποδόσεών τους - Οικονομικός Ταχυδρόμος

Τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου μπήκαν ξανά στη ζωή των Ελλήνων μετά από πολλά χρόνια μηδενικής ουσιαστικά ζήτησης, κατά τον τελευταίο κύκλο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.

Από τα τέλη 2022 – αρχές 2023 η άνοδος του κόστους χρήματος, παρότι ήταν ήδη σημαντική, είχε περάσει σε μικρό μόνο βαθμό στις αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων.

Τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου μπήκαν ξανά στη ζωή των Ελλήνων μετά από πολλά χρόνια μηδενικής ουσιαστικά ζήτησης

Ακόμη και μετά την καταγραφή ιστορικού υψηλού για τους δείκτες της ΕΚΤ και τα επιτόκια euribor τον Σεπτέμβριο του 2023, η κατάσταση δεν άλλαξε σημαντικά.

Οι λογαριασμοί των τραπεζών για φυσικά πρόσωπα συνέχιζαν να προσφέρουν χαμηλότερες αποδόσεις από αυτές που δικαιολογούσαν οι νομισματικές συνθήκες στην ευρωζώνη.

Η εναλλακτική

Ως μία εναλλακτική για τους πιο συντηρητικούς καταθέτες που δεν ήθελαν να αναλάβουν το παραμικρό ρίσκο για το κεφάλαιό τους, αναδείχθηκαν σε εκείνη τη συγκυρία οι βραχυπρόθεσμοι κρατικοί τίτλοι.

Ο λόγος γίνεται για τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου, τα οποία ήταν ευθέως ανταγωνιστικά των προθεσμιακών καταθέσεων.

‘Όχι μόνο τα επιτόκιά τους ήταν υψηλότερα, αλλά με απόφαση της κυβέρνησης οι τόκοι τους σταμάτησαν να φορολογούνται με συντελεστή 15%.

Η βελόνα για το κρατικό μέσο αποταμίευσης που παρέμενε ουσιαστικά στα αζήτητα για σχεδόν 15 χρόνια, ξεκόλλησε

Επιπλέον, δόθηκε η δυνατότητα απόκτησής τους κατά τη δημοπρασία με ξεκάθαρους όρους, χωρίς προμήθειες, απευθείας από το κράτος και με γνωστή εκ των προτέρων απόδοση.

Η τελευταία προσέγγισε κάποια στιγμή ακόμη και το 4%, ανεξάρτητα από το ποσό της αποταμίευσης, την ίδια στιγμή που οι καλύτερες προθεσμιακές καταθέσεις δεν προσέφεραν επιτόκια πάνω από το 1,5%, κι αυτό προ φόρων.

Οι αποταμιευτές ξεκίνησαν να τοποθετούνται σε έντοκα γραμμάτια τόσο πρωτογενώς, όσο και δευτερογενώς

Έτσι, η βελόνα για το κρατικό μέσο αποταμίευσης που παρέμενε ουσιαστικά στα αζήτητα για σχεδόν 15 χρόνια, ξεκόλλησε. Από το δεύτερο τρίμηνο του 2023 τα νούμερα άρχισαν να ανεβαίνουν κατακόρυφα.

Οι αποταμιευτές ξεκίνησαν να τοποθετούνται σε έντοκα γραμμάτια τόσο πρωτογενώς, όσο και δευτερογενώς, με στόχο τη μεγιστοποίηση χωρίς κανένα ρίσκο του παθητικού τους εισοδήματος.

Στο τέλος του γ΄ τριμήνου 2024 είχαν επενδύσει σε τίτλους ύψους 3,7 δισ. ευρώ περίπου. Αυτό ήταν και το υψηλότερο σημείο που καταγράφηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Η αλλαγή τάσης

Έκτοτε η πορεία τους είναι πτωτική. Με βάση τα τελευταία στοιχεία της εγχώριας νομισματικής αρχής, ένα χρόνο αργότερα οι σχετικές τοποθετήσεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή των 2,6 δισ. ευρώ.

Οι βασικοί λόγοι για αυτήν την εξέλιξη είναι δύο:

Πρώτον, η ΕΚΤ ξεκίνησε τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, πιέζοντας τις αποδόσεις σε χαμηλότερα επίπεδα σε όλους τους τίτλους σταθερούς εισοδήματος.

Στα μέσα του 2024 τα επιτόκια των εντόκων γραμματίων είχαν πέσει γύρω στο 3,50%, ενώ μέχρι το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς είχε σπάσει καθοδικά και το όριο του 3%.

Μέχρι και το Απρίλιο του 2025 είχαν υποχωρήσει στη ζώνη του 2% και εν συνεχεία βρέθηκαν έως και το 1,7%.

Αυτή η εξέλιξη ήταν αρκετή για τον περιορισμό της ζήτησης από τους αποταμιευτές, πολλοί εκ των οποίων δεν προχώρησαν σε ανανέωσης της θέσης τους στις περιπτώσεις λήξης εντόκων γραμματίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε 3 χρόνια (2023 – 2025) οι καθαρές εισροές σε αμοιβαία κεφάλαια ξεπέρασαν τα 13 δισ. ευρώ.

Δεύτερον, έφερε αποτέλεσμα η στρατηγική των τραπεζών στο asset management. Οι επαφές με τους πελάτες αναμφίβολα αυξήθηκαν από το 2023 και ύστερα, στο πλαίσιο και της διάθεσης εντόκων γραμματίων.

Δόθηκε με τον τρόπο αυτό στα πιστωτικά ιδρύματα η δυνατότητα να παρουσιάσουν μέσω των επενδυτικών συμβούλων εναλλακτικές λύσεις.

Το εγχείρημα μεταφοράς αποταμιευτικών πόρων σε επενδυτικά προγράμματα αξιολογείται ως επιτυχημένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε 3 χρόνια (2023 – 2025) οι καθαρές εισροές σε αμοιβαία κεφάλαια ξεπέρασαν τα 13 δισ. ευρώ.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ