Ακριβώς δύο χρόνια πριν, τον Φεβρουάριο του 2024, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλεγε ότι η δεύτερη κυβερνητική θητεία του θα επικεντρωνόταν στο δίπτυχο «εκσυγχρονισμός – πατριωτισμός». Μιλώντας τότε στο podcast «The Globalist» του περιοδικού «Monocle», ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η προσέγγιση της κυβέρνησης, ως προς την εξωτερική πολιτική, «συμπυκνώνεται στον όρο “υπεύθυνος πατριωτισμός”» και ότι στο πλαίσιο αυτό «ήμασταν σκληροί απέναντι στην Τουρκία, ενισχύσαμε την αποτρεπτική μας ικανότητα, διαχειριστήκαμε το μεταναστευτικό πρόβλημα αρκετά καλά».
Έκτοτε συνέβησαν πολλά και το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον έγινε ακόμα πιο απρόβλεπτο – συμπεριλαμβανομένης της απρόβλεπτης εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Ο «υπεύθυνος πατριωτισμός» επιστρέφει ξανά στα χείλη των κυβερνώντων προφανώς για εσωτερική κατανάλωση, ύστερα από τις συζητήσεις του πρωθυπουργού και Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Ακ Σαράι (Λευκό Παλάτι) στην Άγκυρα.
Εσωτερικός αντίκτυπος
Κατά το ελληνοτουρκικό ραντεβού κορυφής 90 λεπτών το απόγευμα της Τέταρτης, το οποίο βεβαίως πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση, μετά από διαδοχικές αναβολές και μετά από πολλαπλούς κυματισμούς στα «ήρεμα νερά», επικράτησε όντως το «θετικό» σενάριο. Κι αυτό υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε μια δημόσια αντιπαράθεση σε ζωντανή σύνδεση από τον λόφο του Μπεστεπέ.
Έτσι το Μαξίμου νιώθει άνετα ή ακριβέστερα επιδιώκει στον προεκλογικό χρόνο να «κερδίσει» και θετικό εσωτερικό αντίκτυπο από τις εξελίξεις. Στο φόντο υπάρχουν άλλωστε οι εντεινόμενες επικρίσεις για χειρισμούς της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική – με αιχμή την Τουρκία. Αυτές επιχειρεί να αποκρούσει το Μαξίμου με το βλέμμα όχι μόνο δεξιότερα αλλά και στα μετριοπαθή ακροατήρια.
Οι λέξεις «υπεύθυνος πατριωτισμός» εντοπίζεται άλλωστε και στην πλατφόρμα του ΠΑΣΟΚ, το οποίο συχνά χρεώνει στην κυβέρνηση αντιμετώπιση των σοβαρών εθνικών θεμάτων με επικοινωνιακούς όρους έως και ερασιτεχνισμό, αντιπαραβάλλοντας τη δική του υπεύθυνη και σοβαρή στάση.
Όσον αφορά στο ελληνοτουρκικό ραντεβού κορυφής το ΠΑΣΟΚ εξ έλεγε «ναι» στον διάλογο αλλά «χωρίς αυταπάτες» για την αναθεωρητική ατζέντα της Τουρκίας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ διέκρινε διάθεση των δύο ηγετών περισσότερο να δείξουν ότι «όλα είναι καλά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις» παρά να μπουν «σε ζητήματα ουσίας».
Προηγήθηκαν μηνύματα Σαμαρά – Καραμανλή
Υπήρξαν ωστόσο και φωνές που έλεγαν να μην γίνει η συνάντηση. Η πιο ισχυρή ήταν αυτή του Αντώνη Σαμαρά. Από την Καλαμάτα προ δεκαημέρου ο πρώην πρωθυπουργός έλεγε ότι «ο πατριωτισμός ενώνει και δεν διαιρεί» για να ακούσει από την «έδρα» του και τον έτερο γαλάζιο πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή να τον χαρακτηρίζει «γνήσιο πατριώτη» και «ασυμβίβαστο αγωνιστή» για τα εθνικά δίκαια αλλά και να προειδοποιεί ότι η Ελλάδα πρέπει να προβάλλει ξεκάθαρα τις θέσεις της και όχι να στέλνει «επαμφοτερίζοντα μηνύματα που μπορεί να εκλαμβάνονται ως υποχωρητικότητα».
Ειδικά ο Σαμαράς έχει βάλλει κατά ριπάς προ μηνών για αναφορές του Μητσοτάκη σε «πατριώτες του καναπέ», κατηγορώντας τον ευθέως για αλαζονεία και θεσμική απρέπεια, ενώ στην τελευταία δημόσια παρέμβαση ευθέως είπε ότι θα ήταν «μεγάλο λάθος» να γίνει η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν.
Και ευθεία και έμμεση απάντηση
Από το κυβερνητικό στρατόπεδο επιχειρήθηκαν και έμμεσες και ευθείες απαντήσεις – για τα αυτιά του ευρύτερου συντηρητικού χώρου. «Επιβεβαιώθηκε», όπως έσπευσε να πει μάλλον πανηγυρικά ο Παύλος Μαρινάκης, «η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης για μια περήφανη χωρίς πατριωτικές κορώνες εξωτερική πολιτική. Διαψεύστηκαν όσοι έλεγαν να μην πάμε γιατί η άλλη πλευρά λέει αυτά που λέει και με τα οποία διαφωνούμε, γιατί είναι ενάντια στο διεθνές δίκαιο και την ιστορία».
Άλλα στελέχη κάρφωσαν τους «πατριώτες του πληκτρολογίου» (κατά τον Τάσο Χατζηβασιλείου) και τους «ψευτοπαλικαρισμούς» απέναντι στην «πολιτική με ισορροπία» της κυβέρνησης (κατά τον Κωστή Χατζηδάκη), επιβεβαιώνοντας ότι η γαλάζια ρητορική θα σκληρύνει προς τους επικριτές της κυβέρνησης για χειρισμούς της – παρότι βέβαια και η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι παραμένει μακριά οποιαδήποτε σύγκλιση στο θέμα της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, σε αυτό δηλαδή που παράγει τις βαθιές διαφωνίες Ελλάδας και Άγκυρας.
Ευθείες και ιδιαίτερα καυστικές ήταν οι βολές της Ντόρας Μπακογιάννη. Ενδεικτική η αποστροφή της, «τα μετρήσατε τα νησιά; Τα έχουμε όλα; Από ό,τι κατάλαβα δεν χάσαμε κανένα, δεν δώσαμε κυριαρχία, δεν χάσαμε το μισό Αιγαίο». Λέγοντας άλλωστε ότι την ξεπερνάει η συζήτηση για το αν πρέπει ή δεν πρέπει να συνομιλούν Μητσοτάκης και Ερντογάν, σχολίασε (Σκάι) ότι «δεν έχω ακούσει ποτέ τον κ. Σαμαρά να θέτει το θέμα του casus belli». Και, εκτιμώντας ότι «τίποτα κοσμοϊστορικό» δεν συμβεί μέχρι τις εθνικές εκλογές, τόνισε πως χρειάζεται έως τότε εμπέδωση του κλίματος ηρεμίας και εμπιστοσύνης.
Πηγή: tanea.gr





