Παναγιώτα Διαμαντή: Η δασκάλα που ξαναδίνει ζωή στα χωριά

Από το μονοθέσιο σχολείο της Φουρνάς Ευρυ τανίας στους 50 κορυφαίους εκπαιδευτικούς του κόσμου

Η Παναγιώτα Διαμαντή δεν είναι ένα πλάσμα από άλλο πλανήτη, δεν είναι ούτε από άλλο μέρος μακρινό στη γη, είναι απλώς ένα εξαιρετικό παράδειγμα, μια νέα γυναίκα με όραμα να δει την ύπαιθρο να ζωντανεύει και τα χωριά να γεμίζουν με παιδιά και ανθρώπους. Η Παναγιώτα Διαμαντή είναι Δασκάλα και Πρόεδρος της ΑΜΚΕ “Νέα Ζωή στο Χωριό” Φουρνά ΕυρυτανίαςΥποψήφια Διδάκτορας Π.Θ.

Η Παναγιώτα Διαμαντή ξεχώρισε και διακρίθηκε ανάμεσα στους 50 καλύτερους εκπαιδευτικούς στον κόσμο. Μα το πιο σημαντικό βραβείο το χαρίζει σε όλους μας με την υπενθύμιση ότι η ζωή στην επαρχία μπορεί να έχει παλμό. Η ερημοποίηση των χωριών στην Ελλάδα απειλεί την ελληνική εξοχή και τα χωριά της που βουβαίνονται καθώς αδειάζουν. Στον αντίποδα αυτής της εξέλιξης, μια νέα εκπαιδευτικός στέλνει κάλεσμα για επανεκκίνηση.

Ένα ζωντανό παράδειγμα ότι η ελληνική
ύπαιθρος μπορεί να έχει μέλλον όταν οι
άνθρωποι τολμούν να επιστρέψουν και
να αλλάξουν τον τόπο τους

Η ζωή στο χωριό έχει μέλλον, αρκεί να έρθουν οι άνθρωποι πίσω και να προκαλέσουν την αλλαγή, εδραιώνοντας ξανά την ελπίδα. Το χωριό Φουρνά Ευρυτανίας άνοιξε τον δρόμο και επιβεβαίωσε πως ακόμα και ένα χωριό που παραλίγο να μην έχει σχολείο, ξαναγέμισε με παιδικές φωνές. Ίσως η Παναγιώτα Διαμαντή και όσοι στέκονται δίπλα της, γράψουν ξανά το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου. Άλλωστε η ίδια τόνισε πως Κανένα χωριό δεν πρέπει να μείνει μόνο του να παλεύει με την ερημοποίηση.

Συνέντευξη στην Εννη Λεβέντη απο την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Πώς επιλέξατε να γίνετε εκπαιδευτικός

Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σε σχολικές αίθουσες, ακόμη και εκτός ωραρίου. Η μητέρα μου δούλευε στο σχολείο της γειτονιάς μας και περνούσα πολλές ώρες εκεί. Με γοήτευε η ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την πορεία ενός παιδιού απλώς πιστεύοντας σε αυτό. Όταν ήρθε η ώρα να επιλέξω σπουδές, η εκπαίδευση δεν ήταν απλώς ένα επάγγελμα ήταν ο πιο φυσικός δρόμος. Δεν ήθελα απλώς να «διδάσκω ύλη», αλλά να σχεδιάζω περιβάλλοντα μάθησης που πραγματικά μετακινούν τα παιδιά ένα βήμα πιο μπροστά.

Σε ποια μέρη είχατε βρεθεί πριν τα Φουρνά

Κατάγομαι από τη Μακρακώμη Φθιώτιδας, μια μικρή κωμόπολη περίπου 1.500 κατοίκων. Ως φοιτήτρια βρέθηκα στον Βόλο, όπου τελικά έμεινα για 13 χρόνια: δούλεψα, δραστηριοποιήθηκα επαγγελματικά, δημιούργησα τον κύκλο ζωής μου και εκεί ζει και εργάζεται και ο σύζυγός μου. Παράλληλα, έχω εργαστεί στη Λαμία, σε πολλές διαφορετικές όμως εκπαιδευτικές συνθήκες. Σε τάξη υποδοχής και Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, με παιδιά Ρομά και προσφύγων, σε παράλληλη στήριξη, αλλά και τυπικές τάξεις. Αυτή η διαδρομή από μια πόλη, ημιαστικό περιβάλλον και επαφή με ευάλωτες ομάδες, με βοήθησε να καταλάβω πολύ καλά τι σημαίνει εκπαιδευτική ανισότητα και πόσο κρίσιμη και σημαντική είναι η λειτουργία ενός σχολείου σε περιοχές που «μαραζώνουν».

Τι σας ώθησε να αποφασίσετε να υπηρετήσετε ως δασκάλα σε ένα απομακρυσμένο χωριό όπως η Φουρνά Ευρυτανίας

Όταν ήρθε ο μόνιμος διορισμός, ήθελα να δουλέψω σε ένα μικρό, δυσπρόσιτο σχολείο. Δεν είχα ασχοληθεί ακαδημαϊκά με τα μονοθέσια, οπότε ένιωθα την ανάγκη να ζήσω την εμπειρία από μέσα, έτσι δήλωσα Ευρυτανία και συγκεκριμένα τη Φουρνά, έναν τόπο που με συνδέει με βαθιές οικογενειακές ρίζες για μένα, γιατί από εκεί κατάγονται οι παππούδες μου και εκεί έζησε τα πρώτα του χρόνια ο πατέρας μου.

Μπορείτε να μας περιγράψετε την αρχική κατάσταση του σχολείου και της κοινότητας όταν βρεθήκατε στο Φουρνά;

Όταν ήρθα στο χωριό Φουρνά, το σχολείο είχε τρεις μαθητές την πρώτη χρονιά πρόπερσι, δύο την επόμενη χρονιά, δηλαδή πέρυσι, αν δεν άλλαζε κάτι, και ένα μόνο μαθητή φέτος. Το νηπιαγωγείο είχε ήδη τεθεί σε αναστολή λειτουργίας πέρυσι, γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν μικρά παιδιά. Το μικρότερο παιδί του χωριού ήταν 7 ετών. Στην ουσία βλέπαμε μπροστά μας την αρχή του τέλους

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της δράσης «Νέα Ζωή στο Χωριό» και ποιοι ήταν οι πρώτοι συνεργάτες σας;

Η ιδέα γεννήθηκε πολύ απλά: βλέπαμε τα παιδιά να παίζουν ξέγνοιαστα στην πλατεία, αλλά ξέραμε ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει κανένα παιδί. Αυτό δεν γινόταν να το αποδεχτούμε ως «μοιραίο». Μαζί με τον πατέρα Κωνσταντίνο, τον ιερέα του χωριού, καθίσαμε και είπαμε: ή μένουμε θεατές ή σηκώνουμε τα μανίκια. Επιλέξαμε το δεύτερο. Χαρτογραφήσαμε τις ανάγκες του χωριού, στήσαμε ένα πλάνο κινήτρων για οικογένειες (στέγη, εργασία, ολιστική υποστήριξη) και βγήκαμε δημόσια με ένα πολύ καθαρό μήνυμα: «Ελάτε, δεν θα είστε μόνοι». Από αυτή τη βάση γεννήθηκε και η ΑΜΚΕ «Νέα Ζωή στο Χωριό», για να υπάρχει θεσμικό πλαίσιο και διαφάνεια της προσπάθειας.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε όταν προσπαθήσατε να προσελκύσετε οικογένειες να μετοικήσουν στο Φουρνά;

Η μεγαλύτερη δυσκολία –και παραμένει μέχρι σήμερα– είναι η έλλειψη χρηματοδότησης και η στέγη. Υπάρχουν πολλά σπίτια κλειστά ή παλιά, αλλά λίγα είναι σε κατάσταση κατοικήσιμη χωρίς σοβαρές παρεμβάσεις. Την ίδια στιγμή, θέλαμε να είμαστε έντιμοι απέναντι στις οικογένειες: δεν μπορείς να καλέσεις κάποιον να αφήσει την πόλη, αν δεν έχεις εξασφαλίσει πού θα μείνει, με τι θα ζήσει και ποια θα είναι τα βασικά του έξοδα. Δυσκολία είναι και η έλλειψη σταθερής θεσμικής χρηματοδότησης. Η «Νέα Ζωή στο Χωριό» στηρίζεται αποκλειστικά σε δωρεές και χορηγίες, άρα κάθε κίνηση πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά σχεδιασμένη.

Πόσο σας συγκίνησε η ανταπόκριση του κόσμου στην πρωτοβουλία σας; Έχετε κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό που θέλετε να μοιραστείτε;

Η ανταπόκριση του κόσμου μάς ξεπέρασε. Η πρώτη ανάρτηση με το κάλεσμα μετοίκησης μέσα σε λίγες ώρες είχε δεκάδες χιλιάδες κοινοποιήσεις και σχόλια. Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα, λάβαμε πάνω από 1.000 κλήσεις το πρώτο 24ωρο και φτιάχτηκε γρήγορα μια λίστα με πάνω από 100 οικογένειες που ήθελαν σοβαρά να φύγουν από την πόλη, αλλά και μία λίστα δεκάδων ανθρώπων που ήθελαν να βοηθήσουν και να υποστηρίξουν το έργο μας και τις οικογένειες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια μητέρα που έκλαιγε στο τηλέφωνο και μου έλεγε: «Δεν με νοιάζει να έχω λιγότερα χρήματα, θέλω τα παιδιά μου να παίζουν έξω χωρίς να φοβάμαι». Εκεί συνειδητοποίησα ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι «ένα ωραίο project», είναι αλλαγή φιλοσοφίας για οικογένειες.

Πώς αξιολογείτε την πρόοδο που έχει γίνει στο χωριό από τότε που ξεκίνησε το πρόγραμμα μέχρι σήμερα

Μέσα σε λίγους μήνες είδαμε πράγματα που, υπό κανονικές συνθήκες, θα ήθελαν χρόνια. Τριπλασιάστηκε ο αριθμός των παιδιών στο χωριό, ήρθαν πολύτεκνες οικογένειες, άνοιξαν 3 νέες επιχειρήσεις, βελτιώθηκε ο τεχνολογικός εξοπλισμός των σχολείων, εξασφαλίστηκε καθημερινή σίτιση για τους μαθητές, δημιουργήθηκε Κοινωνική Ντουλάπα Αλληλεγγύης, δόθηκαν δωρεάν μαθήματα αγγλικών και ενισχυτικής διδασκαλίας σε όλους τους μαθητές. Πάνω από όλα, όμως, άλλαξε το κλίμα: από την «αντίστροφη μέτρηση» περάσαμε σε μια αίσθηση προοπτικής. Η Φουρνά πλέον δεν είναι παράδειγμα χωριού που σβήνει, είναι case study χωριού που επιχειρεί να αναγεννηθεί.

Τι σημαίνει για εσάς η φράση «υιοθεσία χωριού» που αναφέρεται στη δράση σας στη Μαγνησία;

«Υιοθεσία χωριού» για εμάς σημαίνει ότι σκύβουμε πάνω από μια κοινότητα, έναν ζωντανό οργανισμό με ανθρώπους που θέλουν να αναλάβουν δράση και να τον στηρίξουν. Από τους ανθρώπους αυτούς δημιουργούμε τον φορέα υποδοχής και υποστήριξης της δράσης , χαρτογραφούμε ανάγκες, σπίτια, θέσεις εργασίας, συνδιαμορφώνουμε σχέδιο με τους τοπικούς φορείς, και αφού δομήσουμε τα κίνητρα βρίσκουμε οικογένειες από τη λίστα μας που ταιριάζουν στο προφίλ του τόπου, εξασφαλίζουμε στέγη, δουλειά, εκπαιδευτική και κοινωνική υποστήριξη. Η υιοθεσία χωριού στη Μαγνησία σημαίνει ότι το «μοντέλο Φουρνά» είναι έτοιμο να δοκιμαστεί σε ένα ακόμη χωριό, με νέα δεδομένα, αλλά με την ίδια λογική, ώστε κανένα χωριό να μην μείνει μόνο του να παλεύει με την ερημοποίηση.

Στη Μαγνησία δουλεύουμε πάνω σε μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα και ο στόχος είναι να «υιοθετηθεί» ένα χωριό που κινδυνεύει να χάσει το σχολείο του και να στηθεί εκεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντίστοιχο με αυτό στο Φουρνά. Το μοντέλο της Φουρνάς μπορεί να προσαρμοστεί, σε κάθε περιοχή με τη δική της ταυτότητα, τα δικά της δυνατά σημεία. Εμείς φέρνουμε τη μεθοδολογία, την τεχνογνωσία και το δίκτυο, και η τοπική κοινωνία φέρνει τον τόπο και τους ανθρώπους.

Πότε καταλάβατε ότι η ζωή στο χωριό δεν είναι βαρετή ή δύσκολη όπως πολλοί πιστεύουν

Ειλικρινά, αυτό το κατάλαβα μέσα στις πρώτες εβδομάδες. Πριν πάω, είχα κι εγώ τις κλασικές σκέψεις: «Θα αποκλειστώ; Τι θα κάνω όλη μέρα; Θα βαριέμαι;». Η ζωή στο χωριό όμως διέλυσε τις αμφιβολίες μου. Δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή πραγματική πλήξη. Η ζωή στο χωριό όχι μόνο δεν είναι βαρετή, είναι εξαιρετικά πυκνή σε εμπειρίες, περισσότερο οικονομική και σου προσφέρει χρόνο που λείπει από όλους μας.

Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με την ύπαιθρο και πώς επηρέασε το έργο σας;

Μεγάλωσα σε μια μικρή κωμόπολη, όχι σε μεγάλο αστικό κέντρο, άρα η επαφή με τη φύση δεν ήταν ποτέ κάτι ξένο για μένα. Η ύπαιθρος για μένα είναι συνδεδεμένη με την οικογένεια, τις ρίζες, την ασφάλεια.

Πώς αισθανθήκατε όταν πληροφορηθήκατε ότι έχετε συμπεριληφθεί ανάμεσα στους 50 κορυφαίους εκπαιδευτικούς του κόσμου;

Από ένα μικρό δημόσιο μονοθέσιο σχολείο στη Φουρνά Ευρυτανίας ξεκίνησε μια διαδρομή που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα με φέρει μπροστά σε δύο τόσο σημαντικές διακρίσεις. Η πρώτη, από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Κριεζή, αναγνώρισε τον ζήλο και τον εθνωφελή τρόπο με τον οποίο προσπάθησα να ασκήσω το εκπαιδευτικό μου έργο σε μια ακριτική περιοχή, σε συνθήκες που τίποτα δεν είναι αυτονόητο: ούτε ο αριθμός των παιδιών, ούτε οι υποδομές, ούτε οι πόροι. Η δεύτερη, το Global Teacher Prize του Varkey Foundation σε συνεργασία με την UNESCO, με κατέταξε στις 50 καλύτερες/σπουδαιότερες εκπαιδευτικούς του κόσμου, ανάμεσα σε περισσότερες από 5.000 υποψηφιότητες. Για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού διακρίνεται Ελληνίδα εκπαιδευτικός που υπηρετεί σε μικρό, δημόσιο, μονοθέσιο δημοτικό σχολείο – και αυτό για μένα δεν είναι προσωπικό «κατόρθωμα», είναι ένα πολύ καθαρό μήνυμα ότι τα μικρά σχολεία έχουν φωνή και αντίκτυπο. Το βραβείο αξιολόγησε όχι απλώς την ποιότητα της διδασκαλίας, αλλά το πώς η εκπαίδευση ανοίγεται στην κοινωνία και γίνεται μοχλός ανάπτυξης.  Αυτό το ταξίδι ανοδικής πορείας δεν μου ανήκει προσωπικά, ανήκει στους μαθητές, στους γονείς, στους ανθρώπους και στους φορείς που στέκονται δίπλα μας και αποδεικνύουν ότι τα μικρά σχολεία, τα μικρά χωριά και οι μικρές κοινότητες δεν είναι περιθώριο. Είναι δύναμη.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εκπαίδευση, κατά την άποψή σας;

Θα έλεγα με μια λέξη ότι η ελληνική εκπαίδευση παλεύει ανάμεσα στον 20ο και 21ο αιώνα. Από τη μία έχουμε εξετάσεις, ύλη, τυποποίηση, σχολεία που μετρούνται σε αριθμούς. Από την άλλη, έχουμε ανάγκη για κριτική σκέψη, συνεργασία, δεξιότητες ζωής, ένταξη όλων των παιδιών, ανεξάρτητα από καταγωγή, γλώσσα, κοινωνική κατάσταση. Χρειαζόμαστε πολιτικές που δεν θα αλλάζουν με την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά έναν σταθερό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Πρέπει να ξανασκεφτούμε τις δυνατότητες που μας δίνει η τεχνολογία και θα λειτουργούσαν υπέρ των μαθητών.

Έχετε αναφέρει ότι το οικονομικό ζήτημα συνδέεται με την υπογεννητικότητα. Πιστεύετε ότι η εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου;

Πιστεύω ότι η υπογεννητικότητα είναι πρωτίστως ζήτημα ασφάλειας – οικονομικής, επαγγελματικής, κοινωνικής. Το αν ένα ζευγάρι θα μπει στη διαδικασία να κάνει ή να μεγαλώσει περισσότερα παιδιά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν αισθάνεται ότι «βγαίνει ο μήνας», ότι μπορεί να στηρίξει πρακτικά τα παιδιά του και ότι δεν θα τιμωρηθεί επαγγελματικά επειδή έγινε γονιός. Η εκπαίδευση από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το οικονομικό, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως πολύ ισχυρός πολλαπλασιαστής. Όταν οι άνθρωποι δεν αισθάνονται μόνοι απέναντι στο κόστος και στο ρίσκο της γονεϊκότητας, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να αποφασίσουν ότι «χωράει» ένα παιδί ακόμη στη ζωή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση δεν είναι η λύση, αλλά είναι κρίσιμο κομμάτι της λύσης.

Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε σε νέους εκπαιδευτικούς που σκέφτονται να ακολουθήσουν ένα μονοπάτι σαν το δικό σας

Θα τους έλεγα να μην φοβηθούν τα «δύσκολα» σχολεία. Εκεί κρύβεται η ουσία του επαγγέλματός μας. Να πάνε σε ένα μικρό χωριό, σε μια τάξη που έχει μαθητές από διαφορετικά υπόβαθρα, σε μια τάξη ΖΕΠ – εκεί θα καταλάβουν τι σημαίνει πραγματική παιδαγωγική παρέμβαση. Να επενδύσουν στη συνεχή επιμόρφωση, αλλά να μην εγκλωβιστούν μόνο σε χαρτιά και τίτλους. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος, έχει φθορά, κούραση, πολλές φορές και μοναξιά. Αλλά η επίδραση που μπορεί να έχει ένας/μία εκπαιδευτικός σε ένα μικρό χωριό η σε ένα περιβάλλον σε ανάγκη είναι πολλαπλάσια απ’ όσο φαντάζεται.

Πώς άλλαξε η δική σας η ζωή, προσωπικά και επαγγελματικά, μέσα από αυτή τη διαδρομή στο μικρό χωριό της Ευρυτανίας

Η Φουρνά άλλαξε πολλά στη ζωή μου. Επαγγελματικά, μου έδειξε τι σημαίνει να είσαι πραγματικά υπεύθυνος για όλο το «εκπαιδευτικό οικοσύστημα» ενός τόπου: από την τάξη μέχρι τη στρατηγική ανάπτυξης. Δεν είμαι απλώς δασκάλα τάξης, είμαι ταυτόχρονα παιδαγωγός, συντονίστρια, ψυχολόγος, οργανώτρια, project manager, εκπρόσωπος μιας πρωτοβουλίας που έχει ξεπεράσει τα όρια ενός χωριού. Η καθημερινή επαφή με ανθρώπους που παλεύουν αξιοπρεπώς, με λιγότερα, σε ένα περιβάλλον που δεν χαρίζεται, λειτουργεί σαν σταθερή υπενθύμιση για το τι έχει σημασία και τι όχι. Μέσα σε όλο αυτό το ταξίδι ετοιμάζομαι κι εγώ να γίνω μητέρα – και ξαφνικά όλα όσα χτίζουμε για τα παιδιά των άλλων τα βλέπω και μέσα από τα μάτια του δικού μου παιδιού που έρχεται.

Πιστεύετε ότι το παράδειγμα της Φουρνάς μπορεί να αποτελέσει εθνική πολιτική για την αναζωογόνηση της ελληνικής υπαίθρου;

Ναι, πιστεύω ότι μπορεί να γίνει αυτό, με την προϋπόθεση ότι θα αντιμετωπιστεί ως σοβαρή, δομημένη πολιτική και όχι ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Χρειάζεται επίσης να αναγνωριστεί θεσμικά ο ρόλος τέτοιων πρωτοβουλιών όπως η «Νέα Ζωή στο Χωριό» ως στρατηγικών εταίρων που ήδη το κάνουν πραγματικότητα και μπορούν να διαχειριστούν περιοχές πιλοτικά με τη συνεργασία του κράτους για να συζητηθούν μέτρα που θα είναι εφαρμόσιμα και θα έχουν νόημα για τις οικογένειες. Να πάρουμε την εμπειρία από το πεδίο.

Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω, θα κάνατε κάτι διαφορετικά ή θα ακολουθούσατε ξανά τον ίδιο δρόμο;

Θα διάλεγα ξανά τον ίδιο δρόμο, με όλες τις δυσκολίες του. Αυτός ο δρόμος, με όλα τα ρίσκα του, μου έδωσε ένα πολύ καθαρό νόημα για το τι σημαίνει να είσαι εκπαιδευτικός σήμερα στην Ελλάδα, να είσαι άνθρωπος της επαρχίας και να παλεύεις για κάποια πράγματα που θεωρείς ότι είναι εφικτά και θα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Και αυτά δεν τα αλλάζω.

 

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ