Η επικείμενη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αγκυρα και η συνάντησή με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επαναφέρει την ατζέντα των ελληνοτουρκικών σχέσεων στο προσκήνιο. Σημαντική είδηση αποτελεί αφ’ εαυτής η σύγκληση του Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας, καθώς η ίδρυση αλλά και η συχνότητα της συγκλήσεώς του είχαν θεωρηθεί κατά το παρελθόν μέτρο της βουλήσεως αμφοτέρων των μερών να διευκολύνουν και να εμβαθύνουν την συνεργασία τους σε νέα πεδία.
Η συνάντηση είναι μια ευκαιρία να επαναπροσδιορισθούν οι διμερείς σχέσεις ενώπιον της νέας πραγματικότητος που φέρει η κυβέρνηση Τραμπ στη διεθνή τάξη, ιδίως μετά τις απειλές εναντίον της Γροιλανδίας οι οποίες απειλούν την ίδια την ύπαρξη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Μπορεί να υπάρχει στην Ελλάδα η ανησυχία ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί τις σχέσεις του προέδρου Ερντογάν με τον πρόεδρο Τραμπ ώστε να προωθήσει τα τουρκικά συμφέροντα εις βάρος της Ελλάδος.
Στην Αγκυρα ωστόσο επικρατεί μάλλον δυσπιστία για τις προθέσεις Τραμπ και αμφιβολία για το αν αυτές εντάσσονται σε κάποιο πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον πλανήτη ή εξυπηρετούν απλώς προσωπικές και μάλλον βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις. Οπως και άλλα κράτη μεσαίου μεγέθους τα οποία φιλοδοξούν να παίξουν διεθνή και περιφερειακό ρόλο, η Τουρκία ανησυχεί για την αμφισβήτηση θεμελιακών πτυχών της διεθνούς εννόμου τάξεως. Το ενδιαφέρον της Τουρκίας να λάβει μέρος σε μια περιφερειακή συμμαχία μαζί με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία δείχνει πόσο ανασφαλής αισθάνεται ως προς τις μελλοντικές πρωτοβουλίες της κυβερνήσεως Τραμπ. Και τούτο δεν συνδέεται απλώς με τις αμφιβολίες ως προς το μέλλον του ΝΑΤΟ και την ικανότητά του να ξεπεράσει την κρίση που ανέκυψε ως προς τη Γροιλανδία. Η εδραίωση της αντιλήψεως ότι Ελλάς και Τουρκία δεν χρειάζονται διαμεσολαβητές για την επικοινωνία τους, ακόμη και αν διατηρούν σημαντικές διαφωνίες, θα αποτελούσε σημαντικό μήνυμα που θα λειτουργούσε αποτρεπτικώς σε πιθανές αμερικανικές πρωτοβουλίες.
Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος και Ισραήλ θα αποτελούσε ένα άλλο ζήτημα τουρκικού ενδιαφέροντος κατά τη συνάντηση. Η ανάδειξη του Ισραήλ σε κύρια απειλή εναντίον της τουρκικής ασφαλείας των τουρκικών συμφερόντων συνδέεται και με τη δράση του στη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής, καθώς και την αντίληψη ότι τα περιθώρια διεθνούς και αμερικανικής ανοχής σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου έχουν διευρυνθεί σημαντικώς. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ερμηνευθούν και οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν οι οποίες αντικατοπτρίζουν γενικότερες ανησυχίες της τουρκικής διπλωματίας αλλά και της κοινής γνώμης για τη δράση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, αλλά και την ένταξη της Ελλάδος στη σφαίρα της ισραηλινής επιρροής.
Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι η προαγωγή των σχέσεων της Ελλάδος με το Ισραήλ δεν συνεπάγονται τη σύμπηξη ενός αντιτουρκικού μετώπου στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι σχετικές πρωτοβουλίες που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσαν να δομηθούν καταλλήλως, ώστε να επιτρέπεται η συμμετοχή σε όλες τις παράκτιες χώρες χωρίς αποκλεισμούς. Πέραν των ενεργειακών ζητημάτων, τα δύο κράτη θα μπορούσαν να εργασθούν προς την κατεύθυνση της συμμετοχής των σε διεθνείς και αμερικανικές πρωτοβουλίες οι οποίες μπορούν να αφορούν το Παλαιστινιακό και πέραν αυτού.
Ενδιαφέρον θα έχει επίσης και η προσέγγιση των δύο ηγετών ως προς τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Η εκλογή του μετριοπαθούς Τουφάν Ερχουρμάν στα κατεχόμενα προσφέρει στην Τουρκία τη δυνατότητα να επανέλθει στη συζήτηση μιας λύσεως στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Αν και οι πρόσφατες συναντήσεις της προσωπικής απεσταλμένης του γενικού γραμματέως του ΟΗΕ Μαρία Ανχελα Ολγκιν στη Λευκωσία δεν συνοδεύθηκαν από ανακοινώσεις για την υλοποίηση μέτρων οικοδομήσεως εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), μια κοινή δήλωση των δύο ηγετών προς την κατεύθυνση της υποστηρίξεως των πρωτοβουλιών του ΟΗΕ θα μπορούσε να συμβάλει στην επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ
Πηγή: tanea.gr





