Για δεκαετίες –ίσως και αιώνες– η εικόνα του σαμουράι ήταν σχεδόν μονολιθική: Ένας άνδρας πολεμιστής, αυστηρός, οπλισμένος, δεμένος με έναν κώδικα τιμής που συνοψίζεται σε μία λέξη, το bushidō. Κι όμως, μια νέα έκθεση στο Βρετανικό Μουσείο έρχεται να ταράξει αυτή τη βολική αφήγηση, αποκαλύπτοντας ότι περίπου οι μισοί σαμουράι δεν ήταν άνδρες αλλά γυναίκες. Όχι ως εξαίρεση ή υποσημείωση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της τάξης.
Η έκθεση «Samurai» δεν επιχειρεί απλώς να παρουσιάσει εντυπωσιακές πανοπλίες και εξωτικά όπλα. Αντίθετα, προσπαθεί να αποδομήσει τον ίδιο τον μύθο του σαμουράι, δείχνοντας πώς η εικόνα του κατασκευάστηκε, εξιδανικεύτηκε και τελικά εξήχθη παγκοσμίως μέσα από την πολιτική, τη νοσταλγία και τη μαζική κουλτούρα. Μέσα από περισσότερα από χίλια χρόνια ιστορίας, ο επισκέπτης καλείται να δει τους σαμουράι όχι μόνο ως πολεμιστές, αλλά ως μια σύνθετη κοινωνική ελίτ με διοικητικούς, πνευματικούς και πολιτιστικούς ρόλους.
Οι σαμουράι εμφανίζονται στην Ιαπωνία κατά τον μεσαιωνικό κόσμο, από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα, ως ένοπλοι που προσλαμβάνονται από ισχυρές οικογένειες για ιδιωτική προστασία. Σταδιακά, αυτή η μισθοφορική ομάδα μετατρέπεται σε αγροτική αριστοκρατία και, μετά το 1615, σε μια τάξη κρατικών αξιωματούχων, λογίων και προστάτων των τεχνών. Είναι ακριβώς σε αυτή τη φάση της ειρήνης, όταν οι μάχες παύουν και η Ιαπωνία γνωρίζει περίπου δυόμισι αιώνες σταθερότητας, που αναδεικνύεται ο πραγματικός κοινωνικός χαρακτήρας των σαμουράι.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι γυναίκες της τάξης δεν είναι «σκιές» πίσω από τους άνδρες. Δεν συμμετέχουν στη μάχη με τη στενή έννοια, αλλά αποτελούν βασικό πυλώνα της σαμουραϊκής ταυτότητας. Διαχειρίζονται περιουσίες, τηρούν τα ήθη, εκπαιδεύονται, μορφώνονται και διασφαλίζουν τη συνέχεια της ελίτ. Αντικείμενα καθημερινής ζωής, ενδύματα, βιβλία εθιμοτυπίας και προσωπικά εργαλεία φροντίδας αποκαλύπτουν έναν κόσμο πολύ πιο οικείο και ανθρώπινο από τον αιματοβαμμένο μύθο που κυριάρχησε αργότερα.
Η έκθεση φωτίζει επίσης πώς η εικόνα του σαμουράι μετασχηματίστηκε πολιτικά, ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα. Σε περιόδους εθνικής έντασης και ιαπωνικής αποικιακής επέκτασης, ο σαμουράι επανεφευρίσκεται ως σύμβολο πειθαρχίας, θυσίας και απόλυτης αφοσίωσης στο κράτος. Ένας ρομαντικοποιημένος πολεμιστής, αποκομμένος από την ιστορική του πραγματικότητα, χρησιμοποιείται για να ενισχύσει μια συλλογική εθνική ταυτότητα. Αυτή η εικόνα είναι που περνά αργότερα στον κινηματογράφο, στα manga, στα βιντεοπαιχνίδια και στη δυτική φαντασία.
Ακριβώς αυτή τη διαδρομή ακολουθεί και η έκθεση, περνώντας από την πανοπλία στο κοστούμι γραφείου, από το πεδίο της μάχης στο γραφείο του γραφειοκράτη, και από την ιστορία στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Οι σαμουράι παρουσιάζονται ως φορείς υψηλού πολιτισμού, άνθρωποι που έγραφαν, διάβαζαν, παρήγαγαν τέχνη και κατανάλωναν πολυτέλεια. Η παρουσία των γυναικών δεν λειτουργεί ως «ανατροπή για εντυπωσιασμό», αλλά ως κλειδί για την κατανόηση αυτής της πολυπλοκότητας.
Τελικά, αυτό που προτείνει η έκθεση δεν είναι απλώς μια διόρθωση ιστορικών λεπτομερειών. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ιστορία, όπως και η μνήμη, συχνά απλουστεύεται για να γίνει εύπεπτη. Ο σαμουράι που γνωρίσαμε μέσα από το Χόλιγουντ και τα βιντεοπαιχνίδια έχει έναν πυρήνα αλήθειας, αλλά γύρω του χτίστηκε ένας μύθος που έκρυψε κοινωνικές, έμφυλες και πολιτισμικές πραγματικότητες.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον μήνυμα της έκθεσης είναι ακριβώς αυτό: όταν κοιτάζουμε πίσω στον χρόνο, δεν ανακαλύπτουμε μόνο το παρελθόν των άλλων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε να αφηγούμαστε την ιστορία. Και σε αυτή την αφήγηση, οι γυναίκες σαμουράι δεν ήταν ποτέ περιθωριακές· απλώς για πολύ καιρό δεν τις κοιτούσαμε.
Πηγή: tanea.gr





