Σε καθεστώς έντονης οικονομικής πίεσης εξακολουθούν να ζουν τα ελληνικά νοικοκυριά, με την ακρίβεια να διαμορφώνει πλέον καθοριστικά τις καταναλωτικές συνήθειες. Μιλώντας στην εκπομπή του FORMEDIA RADIO 99.8 «Ennitime is a good time», ο πρόεδρος της Ένωσης Καταναλωτών Βόλου – Θεσσαλίας, Κωνσταντίνος Λυχναρόπουλος, ανέλυσε με σαφήνεια τα δεδομένα που αποτυπώνουν τη σημερινή πραγματικότητα, βασισμένα τόσο σε μελέτες όσο και στην καθημερινή εμπειρία των καταναλωτών.

Ο κ. Λυχναρόπουλος αναφέρθηκε και στα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα της πρόσφατης έρευνας ωτου Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία ανέλυσε ο καθηγητής Μάρκετινγκ Γεώργιος Μπάλτας. Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα ελληνικών νοικοκυριών, καταγράφει ιστορικό ρεκόρ στη διείσδυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, καθώς σχεδόν 4 στα 10 προϊόντα που μπαίνουν στο καλάθι του σούπερ μάρκετ ανήκουν πλέον σε αυτή την κατηγορία. Ο καθηγητής Μπάλτας περιγράφει την κατάσταση ως αποτέλεσμα «τριπλής πίεσης» που δέχονται τα νοικοκυριά – από τα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγαση – επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στις τιμές αυτών των βασικών αγαθών υπερβαίνουν κατά πολύ την αύξηση των εισοδημάτων. Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει τη δυναμική του καταναλωτικού κινήματος «Made in Greece», καθώς οι καταναλωτές στρέφονται συνειδητά σε ελληνικά προϊόντα, αναγνωρίζοντάς τα όχι μόνο ως οικονομικότερη επιλογή, αλλά και ως μέσο στήριξης της εγχώριας παραγωγής και της απασχόλησης.
Όπως τόνισε, «δεν είναι φτώχεια, είναι ακρίβεια», εξηγώντας ότι από το 2020 έως σήμερα καταγράφεται μια σωρευτική αύξηση τιμών περίπου 20%, με πολύ μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στην ενέργεια (43%), στα τρόφιμα (32%) και στη στέγαση (24%). Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μια «τριπλή πίεση» που πλήττει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό: φαγητό, ρεύμα και σπίτι.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη
Η απάντηση των καταναλωτών σε αυτή τη συνθήκη είναι εμφανής. Σύμφωνα με τα στοιχεία, σχεδόν 4 στα 10 προϊόντα στο καλάθι του σούπερ μάρκετ είναι πλέον ιδιωτικής ετικέτας. «Οι καταναλωτές έχουν τη δύναμη της επιλογής και το αποδεικνύουν με τη στάση τους», υπογράμμισε ο κ. Λυχναρόπουλος, σημειώνοντας ότι η στροφή αυτή δεν γίνεται μόνο λόγω τιμής, αλλά και ως μέσο ενίσχυσης του ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εντοπιότητα. Το 76% των καταναλωτών δηλώνει ότι προτιμά ελληνικά προϊόντα, ενώ το 87% δεν έχει αντίρρηση αυτά να είναι και ιδιωτικής ετικέτας, εφόσον συνδυάζουν χαμηλότερο κόστος και αξιοπρεπή ποιότητα. Παράλληλα, οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο «εκπαιδευμένοι»: ελέγχουν την τιμή ανά κιλό ή τεμάχιο, διαβάζουν ετικέτες και αποφεύγουν παρορμητικές αγορές.
Ωστόσο, τα κοινωνικά μηνύματα της έρευνας είναι ανησυχητικά. Τέσσερις στους δέκα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα, ενώ ένας στους δέκα αδυνατεί να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες. «Αν δεν προσέξει κανείς την τιμή του κιλού ή του τεμαχίου, υπάρχει κίνδυνος να πάρει λιγότερα με περισσότερα χρήματα», προειδοποίησε ο κ. Λυχναρόπουλος, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ενημέρωσης και ψύχραιμων επιλογών.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι καταναλωτές προσαρμόζονται, αλλά τα όρια αντοχής στενεύουν, καθιστώντας επιτακτική μια συνολική αντιμετώπιση της ακρίβειας.












