Του Δημήτρη Γκάτσιου
Μέσα στη δίνη που δημιουργεί ο νέος κύκλος των γεωπολιτικών αμφιβολιών, με σημείο εκκίνησης το δόγμα του προέδρου Τραμπ αποτυπωμένο εσχάτως στις αμερικανικές στοχεύσεις για τη Γροιλανδία και με τις αναταράξεις στα ανατολικά και νότια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μη βρίσκουν ακόμα βαλβίδα αποσυμπίεσης, Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν οδεύουν προς το τετ α τετ κορυφής της Άγκυρας.
Επόμενη στάση
Το ραντεβού των ηγετών της Ελλάδας και της Τουρκίας, στο σκηνικό της σύγκλησης του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας, τοποθετείται χρονικά (εκτός απροόπτου) μέχρι την 16η Φεβρουαρίου, με την Αθήνα να κρατάει χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών όσον αφορά τα μείζονα της ατζέντας, αλλά πάντα υπό τη γενική σκέπη της ανάγκης των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας. Η διατήρηση της νηνεμίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, άλλωστε, αποτελεί κεντρική προτεραιότητα για την ελληνική πρωτεύουσα, με τις ασκήσεις ισορροπίας των τελευταίων δώδεκα μηνών, ελέω των αναθεωρητικών “βερμπαλισμών” της Άγκυρας, να δοκιμάζουν την αντοχή της σχέσης. Κι αυτό γιατί, πέρα από την ακύρωση του τετ α τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, η ηγεσία του εξ ανατολών γείτονα δεν έκρυψε (δεν το πράττει ποτέ άλλωστε) την ενόχλησή της για τις κινήσεις της Ελλάδας στην ενεργειακή σκακιέρα της περιοχής, με αμερικανικό πρόσημο, αλλά και για την κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, με τις προκλητικές δηλώσεις κορυφαίων Τούρκων αξιωματούχων να μπουστάρουν τη θεωρία των “γκρίζων ζωνών” ως αντίδραση στα θαλάσσια πάρκα.
“H διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας κρίνεται απολύτως αναγκαία, προκειμένου να αποφεύγονται κρίσεις και να διασφαλίζεται η ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις”, αναφέρει ανώτερη ελληνική πηγή στον δρόμο προς το τετ α τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα. Στην οπτική της Αθήνας η ηρεμία των τελευταίων ετών (με τα όποια μικρά σκαμπανεβάσματα) είναι ένα κέρδος που πρέπει να διατηρηθεί, παράλληλα με την εκπομπή ισχυρών μηνυμάτων για τις κόκκινες γραμμές της χώρας. “Δεν συζητούμε κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Καμία κυβέρνηση, κανένας υπουργός δεν πρόκειται να αποστεί από τη βασική αυτή θέση. Η Ελλάδα μεγαλώνει το διεθνές της αποτύπωμα, θωρακίζεται από κάθε τυχόν επιβουλή”, επισημαίνει ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας, Γιώργος Γεραπετρίτης. “Η θεωρία των γκρίζων ζωνών δεν έχει καμία βάση, είναι αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο, στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, είναι εκτός τόπου και χρόνου και ουδέποτε αναγνωρίστηκε, ούτε πρόκειται και να αναγνωριστεί από τη χώρα μας”, τονίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης.
Στόχοι και συζητήσεις
Η συνάντηση των δύο ηγετών (παρά τις χαμηλές προσδοκίες) παραμένει κομβική. Ο στόχος της Αθήνας για τη λειτουργικότητα των διμερών σχέσεων παραμένει. “Αν και δεν έχει επιτευχθεί σύγκλιση στα θεμελιώδη ζητήματα, έχει καταστεί εφικτό να αποφευχθούν σοβαρές εντάσεις και να παραμείνουν σε χαμηλό επίπεδο ζητήματα που στο παρελθόν οδηγούσαν σε κρίσεις”, είναι το σχόλιο ανώτερης πηγής, με στελέχη σε παράλληλο χρόνο να ξεκαθαρίζουν ότι δεν έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες για το επόμενο μεγάλο βήμα στις μεγάλες διαφορές. “Ελλάδα και Τουρκία δεν είναι σε θέση να εισέλθουν σε ουσιαστική συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, καθώς δεν υφίσταται κοινή θέση ως προς το εύρος τους, ζήτημα το οποίο η ελληνική πλευρά θεωρεί αδιαπραγμάτευτο“, αναφέρει η ίδια ανώτερη πηγή.
Τα των συζητήσεων που θα εξελιχθούν στο πλαίσιο του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας θα διαμορφωθούν στη βάση της αποκαλούμενης θετικής ατζέντας και του πολιτικού διαλόγου που βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. “Υπάρχουν και άλλες πτυχές της σχέσης μας με την Τουρκία, οι οποίες μπορεί να είναι αμοιβαία ωφέλιμες: η συνεργασία στο μεταναστευτικό, η διευκόλυνση στη βίζα. Είναι θετικό για την οικονομία των νησιών το γεγονός ότι έρχονται Τούρκοι και παίρνουν τη βίζα αμέσως και μπορούν να επισκέπτονται τα νησιά μας. Άρα, υπάρχει και ένα πλαίσιο ευρύτερης συνεργασίας. Υπάρχουν περιφερειακά ζητήματα τα οποία πρέπει να συζητηθούν, έστω και αν σε πολλά από αυτά μπορεί να διαφωνούμε”, διαμηνύει ο πρωθυπουργός. Στο ευρύτερο μοτίβο, η επαναλαμβανόμενη αποστροφή κυβερνητικών στελεχών παραμένει σε περίοπτη θέση. “Το να συζητάς δεν σημαίνει ότι υποχωρείς. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Το έχουμε ξεκαθαρίσει”, επισημαίνεται, με την ελληνική πρωτεύουσα να καθιστά σαφές ότι είναι ένα και μόνο το θέμα που μπορεί να συζητηθεί και το οποίο μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας. “Είναι ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, η οριοθέτηση των θαλασσίων αυτών ζωνών. Δεν υπάρχουν άλλα, τα οποία να συναρτώνται προς αυτά και άρα το μόνο θέμα που μπορεί να αχθεί προς συζήτηση είναι το συγκεκριμένο. Εφόσον η Τουρκία θεωρεί ότι υπάρχουν άλλα, υπάρχει ακόμη μία σχετική απόκλιση“, τονίζει η Αθήνα, ενώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται εάν ο πρωθυπουργός θα θέσει στον πρόεδρο της γείτονος το ζήτημα απόσυρσης του casus belli και η αντίδραση της Άγκυρας εφόσον αυτό το ζήτημα έρθει στο προσκήνιο.
Το περιβάλλον
Σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία ο πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, βρίσκεται αντιμέτωπος με τα πυρά της τουρκικής αντιπολίτευσης που τον εγκαλεί για υποχωρητικότητα έναντι της Αθήνας, η ηγεσία της γείτονος δείχνει και (ουσιαστικά) είναι ανυποχώρητη από τις πάγιες θέσεις της. Σε μια κίνηση που δυναμιτίζει το κλίμα, η Άγκυρα εξέδωσε πρόσφατα δύο παράνομες NAVTEX, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις αναθεωρητικές εξάρσεις της. Η πρωτοφανής χρονική διάρκεια των αγγελιών, οι οποίες εκτείνονται σε βάθος δύο ετών, προσθέτουν κομμάτια στο παζλ των προκλήσεων, με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας να κάνει λόγο για κινήσεις εκτός πλαισίου, που δεν βοηθούν τη σχέση με την Ελλάδα. “Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά μια τέτοια προσέγγιση και αυτό το ξέρει καλά η Τουρκία”, είναι η επισήμανση του κ. Δένδια.
Χωρικά ύδατα και αποστρατιωτικοποίηση των νησιών είναι ορισμένα μόνο από τα θέματα που θέτει η ηγεσία του εξ Ανατολών γείτονα. “Στο ζήτημα των χωρικών υδάτων και της υφαλοκρηπίδας έχουμε μία θέση. Εάν δείτε την ηγεσία μας, ο πρόεδρός μας έχει όραμα και βούληση για την επίλυση του ζητήματος. Όμως οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Ελλάδας δεν δίνουν τη δυνατότητα στους ηγέτες να βάλουν την υπογραφή τους σε λύση”, δήλωσε εσχάτως ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν. Απαντήσεις υπάρχουν συνεχώς από την πλευρά της Ελλάδας, ενώ στο γενικότερο μοτίβο ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει ότι η όποια δυναμική αναπτύχθηκε στον διάλογο των δύο πρωτευουσών μετά την επανεκλογή Μητσοτάκη και Ερντογάν το 2023 έχει ατονήσει.
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Κεφάλαιο”
Πηγή: capital.gr





