Η ακύρωση της ομιλίας Μουμτζή στον Βόλο, ο πολιτικός φόβος, η αστυνομική παιδεία του περιφερειάρχη και η επικίνδυνη κανονικοποίηση της φίμωσης!
Η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος είναι, ή θα έπρεπε να είναι, μια ημέρα υπεράνω πολιτικών συσχετισμών, κομματικών ισορροπιών και ιδεολογικών φοβιών. Είναι η ημέρα που οι κοινωνίες σιωπούν για να θυμηθούν, όχι για να λογοκρίνουν. Κι όμως, στον Βόλο του 2026, η Μνήμη μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής διαχείρισης.
Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος είναι σαφής, θεσμική και βαριά. Εκφράζει «βαθιά απογοήτευση» για την απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας και Σποράδων να ακυρώσει την κεντρική ομιλία του δημοσιογράφου και συγγραφέα Σάκη Μουμτζή στην εκδήλωση Μνήμης του Ολοκαυτώματος στον Βόλο, την 1η Φεβρουαρίου 2026. Μια απόφαση που ελήφθη αφού είχε ήδη εγκριθεί, αφού είχε αποτυπωθεί σε επίσημη πρόσκληση και αφού είχε ανακοινωθεί δημοσίως.
Το ΚΙΣΕ υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο αλλά δυσάρεστα ξεχασμένο, ότι ο Σάκης Μουμτζής συγκαταλέγεται στους πλέον σταθερούς και δημόσιους πολέμιους του αντισημιτισμού. Και προχωρά ένα βήμα παραπέρα, εκεί όπου η ιστορική μνήμη γίνεται πολιτική προειδοποίηση, πριν από το Άουσβιτς προηγήθηκε η φίμωση, πριν από τους θαλάμους αερίων προηγήθηκαν οι αποκλεισμοί, οι απαγορεύσεις και η «ορθή σκέψη».
Αυτή είναι η βάση. Τα γεγονότα.
Από εκεί και πέρα, έρχεται η πολιτική πραγματικότητα της Θεσσαλίας. Σύμφωνα με την ίδια την Περιφέρεια, η ακύρωση της ομιλίας δεν έγινε λόγω κάποιου αντικειμενικού λόγου, αλλά υπό την πίεση αντιδράσεων συλλογικοτήτων και φορέων του αριστερού χώρου. Αντί η Περιφέρεια, εφόσον διαφωνούσε, να αποσύρει τη στήριξή της και να σεβαστεί την αυτονομία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Βόλου, επέλεξε κάτι θεσμικά βαρύτερο, να παραμείνει συνδιοργανώτρια και να επιβάλλει ποιος επιτρέπεται και ποιος δεν επιτρέπεται να μιλήσει.
Με απλά λόγια, δεν ακύρωσε την εκδήλωση, ακύρωσε τον λόγο.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Διότι όταν μια αιρετή αρχή αποφασίζει ποια φωνή είναι «αποδεκτή» σε μια εκδήλωση Μνήμης για το Ολοκαύτωμα, τότε δεν έχουμε απλώς κακή πολιτική κρίση. Έχουμε επικίνδυνη διολίσθηση σε λογικές επιτήρησης του λόγου.
Ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας φέρει ακέραια την πολιτική ευθύνη αυτής της επιλογής. Όχι επειδή διαφωνεί κανείς ή συμφωνεί με τον Σάκη Μουμτζή, αλλά επειδή κανένας δημοκρατικός θεσμός δεν νομιμοποιείται να λειτουργεί ως φίλτρο ιδεολογικής καθαρότητας, πολλώ δε μάλλον σε μια εκδήλωση που αφορά τα θύματα του ναζισμού και του φασισμού.
Η Ιστορία είναι αμείλικτη με όσους πιστεύουν ότι μπορούν να «προστατεύσουν» τη δημοκρατία περιορίζοντάς την. Και η ειρωνεία είναι σκληρή: στο όνομα της αντιφασιστικής ευαισθησίας, υιοθετούνται πρακτικές που θυμίζουν τον πυρήνα κάθε αυταρχισμού, τον έλεγχο του λόγου.
Η Μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν ανήκει σε καμία Περιφέρεια, σε κανένα κόμμα, σε καμία συλλογικότητα. Ανήκει στην Ιστορία και στη συνείδηση. Και όποιος επιχειρεί να τη διαχειριστεί με όρους πολιτικού φόβου ή ιδεολογικής συμμόρφωσης, δεν την τιμά. Την τραυματίζει.
Σε μια εποχή που ο αντισημιτισμός επανεμφανίζεται, που ο ολοκληρωτισμός αλλάζει πρόσωπα αλλά όχι μεθόδους, το μήνυμα από τον Βόλο είναι ανησυχητικό. Όχι για τον Σάκη Μουμτζή. Αλλά για τη Δημοκρατία.
Αυτό που μας διδάσκων οι Εβραίοι συμπολίτες μας κάθε χρόνο στη τελετή μνήμης είναι ότι ο υποκρυπτόμενος φασισμός και ο επικαλυπτόμενος αντισημιτισμός, είναι ένα ύπουλο φίδι που χρήζει προσεκτικής ανάλυσης. Ποτέ δεν θα ξεχάσουμε ότι η μαύρη επέτειος μνήμης με τον παγκόσμιο χαρακτήρα, έρχεται κάθε χρόνο να μας αφυπνίσει και να μας υπενθυμίσει με το πιο συγκλονιστικό πανανθρώπινο μήνυμα:
όταν αφήσεις το αυγό του φιδιού να εκκολαφθεί, θα είναι πλέον πολύ αργά για να σταματήσεις το κακό που έρχεται…
«Σκεπτικισμό μας προκαλεί σαφέστατα, ο τρόπος που μιλά και “χαιρετά” ο κάθε υποφαινόμενος…!»
Η ανάρτηση που απογυμνώνει το πρόβλημα
Η ανάρτηση του Μωυσή Μόρδου δεν είναι μια οργισμένη πολιτική κραυγή· είναι μια κραυγή αγωνίας. Αγωνίας για το πού οδηγείται μια κοινωνία όταν επιτρέπει σε πολιτικές αρχές να αποφασίζουν ποιος δικαιούται να είναι «αρκετά αποδεκτός» για να μιλήσει υπέρ των Εβραίων. Όταν, όπως εύστοχα σημειώνεται, «ζούμε σε ένα κράτος που η Αριστερά απαγορεύει σε κάποιον να είναι φιλοεβραίος».
Η ανάρτηση φωτίζει τον πυρήνα του ζητήματος: δεν πρόκειται απλώς για μια ακύρωση ομιλίας. Πρόκειται για την επιβολή ιδεολογικού ελέγχου στον δημόσιο λόγο, με κριτήριο όχι το περιεχόμενο, αλλά την πολιτική ταυτότητα του ομιλητή. Πρόκειται για μια λογική όπου ο αντιφασισμός μετατρέπεται σε εργαλείο αποκλεισμού και η «ευαισθησία» γίνεται άλλοθι για λογοκρισία.
Όταν μια Περιφέρεια, υπό την ηγεσία του Δημήτρη Κουρέτα, επιλέγει να παραμείνει συνδιοργανώτρια μιας εκδήλωσης Μνήμης αλλά να απαγορεύσει συγκεκριμένο ομιλητή, τότε δεν λειτουργεί ως θεσμός. Λειτουργεί ως επιτηρητής φρονημάτων. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί ορισμένους, αποτελεί ιστορικά γνώριμο μοτίβο, όχι της δημοκρατίας, αλλά του αυταρχισμού.
Η ανάρτηση δεν υπερβάλλει όταν μιλά για «σκοταδισμό». Διότι σκοταδισμός είναι να θεωρείται επικίνδυνη μια φωνή που έχει ταχθεί δημόσια και επανειλημμένα κατά του αντισημιτισμού. Σκοταδισμός είναι να αφαιρείται από τους πολίτες το δικαίωμα να ακούσουν, να κρίνουν και να διαφωνήσουν. Και σκοταδισμός είναι να συμβαίνει αυτό σε εκδήλωση για το Ολοκαύτωμα, στο όνομα δήθεν της ευαισθησίας.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι ο φασισμός δεν ξεκινά με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεκινά με λίστες, απαγορεύσεις και «κατάλληλους» και «ακατάλληλους» ομιλητές. Όποιος δεν το αναγνωρίζει αυτό, είτε δεν έχει διαβάσει Ιστορία είτε την εργαλειοποιεί.
Η «αστυνομική παιδεία» ως πολιτική πρακτική
Η στάση του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα απέναντι στην ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να μη σχολιαστεί με πικρή ειρωνεία. Διότι η απόφαση να αφαιρεθεί ομιλητής από εκδήλωση Μνήμης για το Ολοκαύτωμα παραπέμπει σε μια αντίληψη εξουσίας που αντιμετωπίζει τον λόγο όχι ως δικαίωμα, αλλά ως αντικείμενο ελέγχου.
Κάποιοι θα μιλούσαν, όχι χωρίς σαρκασμό, για «αστυνομική παιδεία». Όχι με την τυπική έννοια της επαγγελματικής διαδρομής, αλλά με την πολιτική σημασία του όρου, την εσωτερικευμένη πεποίθηση ότι η τάξη προηγείται της ελευθερίας και ότι η σιωπή είναι προτιμότερη από τη διαφωνία. Μια παιδεία που ευνοεί την απαγόρευση αντί του διαλόγου και τον αποκλεισμό αντί της κρίσης των πολιτών.
Η ειρωνεία γίνεται ακόμη εντονότερη όταν αυτή η νοοτροπία εκδηλώνεται σε εκδήλωση αφιερωμένη στα θύματα του ναζισμού, ενός καθεστώτος που δεν γεννήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά στις απαγορεύσεις, στις λίστες και στην πειθαρχία της «ορθής» σκέψης. Εκεί όπου η εξουσία πίστεψε ότι μπορεί να αποφασίζει ποιος μιλά και ποιος σιωπά.
Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες δεν χρειάζονται επιτηρητές λόγου. Χρειάζονται θεσμούς που εμπιστεύονται τη νοημοσύνη τους. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε, όσο κι αν κάποιοι ενοχλούνται από τη διατύπωση, η Ιστορία ξυπνά δυσάρεστους συνειρμούς.







