Κατώτατος μισθός: Πότε και πόσο θα αυξηθεί – Ποιοι κερδίζουν –

Κατώτατος μισθός: Πότε και πόσο θα αυξηθεί – Ποιοι κερδίζουν

Ο κατώτατος μισθός μπαίνει ξανά στο κάδρο των αυξήσεων και λειτουργεί, για ακόμη μία φορά, ως ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης των αλλαγών σε ολόκληρη την αγορά εργασίας. Από την άνοιξη του 2026,από την 1η Απριλίου, ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα αναμένεται να αυξηθεί και να διαμορφωθεί περιοχή των 920–930 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ σήμερα, καταγράφοντας αύξηση της τάξης των 40 έως 50 ευρώ τον μήνα και όλα αυτά βέβαια αφού ολοκληρωθεί η διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, διαδικασία η οποία ήδη έχει αρχίσει.

Υπενθυμίζεται πως ο κατώτατος μισθός είναι η προτελευταία φορά που θα ορίζεται μέσα αυτής της διαδικασίας καθώς από το 2028,η αύξηση του θα βασίζεται σε ένα «ξερό» μαθηματικό τύπο ,ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις πληθωριστικές πιέσεις όσο και την ανάπτυξη της οικονομίας. Στις περιπτώσεις βέβαια όπου θα προκύπτει αρνητικός αριθμός μέσω του μαθηματικού τύπου,ο κατώτατος μισθός δεν θα μειώνεται αλλά θα παραμένει σταθερός.

Η αύξηση αυτή αφορά άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Ο κατώτατος αποτελεί τη βάση υπολογισμού για το κατώτατο ημερομίσθιο, για επιδόματα, προσαυξήσεις και για μεγάλο μέρος των αμοιβών που κινούνται λίγο πάνω από το ελάχιστο όριο. Έτσι, η αναπροσαρμογή δημιουργεί ένα πρώτο «κύμα» αυξήσεων και για μισθούς που δεν είναι τυπικά κατώτατοι, περιορίζοντας τη μισθολογική συμπίεση που είχε παγιωθεί τα τελευταία χρόνια στον ιδιωτικό τομέα.

Παράλληλα, ο κατώτατος μισθός λειτουργεί από πέρυσι ως σημείο αναφοράς και για το Δημόσιο. Οι αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα συμπαρασύρουν και τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων οριζόντια μέσω του ενιαίου μισθολογίου, επεκτείνοντας το αποτύπωμα των παρεμβάσεων σε όλο το φάσμα της μισθωτής εργασίας.

Το δεύτερο και κρίσιμο σκέλος των αλλαγών για τους μισθούς αφορά τη φορολογία. Με την εφαρμογή της νέας φορολογικής κλίμακας από το 2026 μειώνονται οι κρατήσεις φόρου εισοδήματος στους μισθούς, με αποτέλεσμα αυξήσεις στις καθαρές αποδοχές των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Οι αλλαγές αυτές αποτυπώνονται άμεσα στη μισθοδοσία, με τους εργαζόμενους να διαπιστώνουν αυξημένα καθαρά ποσά στους λογαριασμούς τους ήδη από τη μισθοδοσία Ιανουαρίου,(αυτές τις ημέρες πληρώνονται οι αυξημένοι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το συνολικό ετήσιο όφελος από τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης είναι ιδιαίτερα αισθητό, φτάνοντας να ισοδυναμεί με έναν ή και περισσότερους επιπλέον μισθούς σε ετήσια βάση. Τα μεγαλύτερα κέρδη καταγράφονται σε εργαζόμενους έως 30 ετών, αλλά και σε μισθωτούς με προστατευόμενα τέκνα, εφόσον το ετήσιο καθαρό εισόδημά τους ξεπερνά τις 10.000 ευρώ.

Η νέα φορολογική κλίμακα ευνοεί στοχευμένα τους νεότερους εργαζόμενους, καθώς όσοι είναι έως 25 ετών και έχουν εισοδήματα έως 20.000 ευρώ απαλλάσσονται ουσιαστικά από τον φόρο εισοδήματος. Αντίθετα, περιορισμένο ή και μηδενικό όφελος προκύπτει για φορολογούμενους με πολύ χαμηλά εισοδήματα χωρίς παιδιά, καθώς η φορολογική τους επιβάρυνση ήταν ήδη μικρή.

Ο συνδυασμός αύξησης του κατώτατου μισθού και φοροελαφρύνσεων δημιουργεί ένα διπλό αποτέλεσμα: αφενός ανεβαίνει η βάση των αποδοχών, αφετέρου μειώνεται η απόσταση μεταξύ μεικτών και καθαρών μισθών. Το στοίχημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Παρότι ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί, οι τιμές παραμένουν υψηλές και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται. Οι αυξήσεις και οι φοροελαφρύνσεις δεν αναιρούν πλήρως τις απώλειες των προηγούμενων ετών, σηματοδοτούν όμως μια σαφή μετατόπιση πολιτικής προς την ενίσχυση του εισοδήματος από εργασία. Γιατί, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο αυξάνεται ο μισθός στα χαρτιά, αλλά πόσα χρήματα μένουν στον εργαζόμενο στο τέλος του μήνα.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ