Αν έπρεπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας να μπουν στο challenge των ημερών στα social media, αναρτώντας φωτογραφία από κάποια ξεχωριστή στιγμή τους το 2016, ο νυν Πρωθυπουργός πιθανότατα θα έβαζε κάτι από την έδρα της ΝΔ. Τότε που ως outsider, υπό την έννοια ότι δεν ήταν το κομματικό φαβορί, έπιανε τα ηνία της Κεντροδεξιάς παράταξης. Ο πρώην Πρωθυπουργός ίσως επέλεγε τη συνάντησή του με τον απερχόμενο τότε αμερικανό Προέδρο Μπαράκ Ομπάμα στο Μέγαρο Μαξίμου. Κι αν Μητσοτάκης και Τσίπρας έπρεπε να «παίξουν» με κοινή ανάρτηση; Ηταν ακριβώς προ δεκαετίας, τον Ιανουάριο του 2016, όταν είχαν την πρώτη συνάντηση στο Μαξίμου. Ο τότε Πρωθυπουργός ενημέρωνε τον σημερινό για τα ανοιχτά θέματα, μιλώντας αργότερα μέσω Twitter για «μία νέα γενιά πολιτικών» που πρέπει «να υπερβεί τη μικροπολιτική αντιπαράθεση». Ο Μητσοτάκης συμφωνούσε ότι «ο νέος πολιτικός πολιτισμός και το νέο ήθος» πρέπει να στηρίζονται στη γλώσσα της αλήθειας. Σήμερα, όλα διαφορετικά: απευθείας βέλη του Τσίπρα στον Μητσοτάκη τον οποίο δεν τον βλέπει, όπως λέει, «να έχει τρίτη θητεία», και ευθεία καρφιά Μητσοτάκη στον Τσίπρα ότι υπήρξε «και κακός Πρωθυπουργός και κακός αρχηγός αντιπολίτευσης».
«Ξυπνήστε, είναι 2016» ήταν ο τίτλος στο αφιέρωμα του BBC για την τάση που έχει κατακτήσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από το ξεκίνημα του 2026. Βίντεο και φωτογραφίες από κάθε είδους στιγμές ακριβώς μίας δεκαετίας πριν αναρτώνται στα social media με καταιγιστικούς ρυθμούς. Αλλοι θυμούνται τους εαυτούς τους νεότερους, άλλοι θυμούνται γεγονότα της διεθνούς σκηνής – την πρώτη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ π.χ. Η τάση νοσταλγίας έρχεται, κατά τον ψυχολόγο Κλέι Ράουτλετζ, όταν νιώθει κανείς πως βιώνει σημαντική αλλαγή ή υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον.
Κι αν η νοσταλγία δεν αφορά μόνο την κοινωνία αλλά και τους ίδιους τους πολιτικούς; Στην περίπτωση που ο Κυριάκος Μητσοτάκης καθ’ οδόν προς την επόμενη εθνική αναμέτρηση νοσταλγούσε μία από τις δύο μεγάλες εκλογικές νίκες του ποια θα ήταν αυτή; Το 2019 που έφερε αλλαγή σκηνικού με το απρόσμενο 40% και τη δυνατότητα να εφαρμόσει ό,τι είχε υποσχεθεί ή το 2023 που επιβεβαίωσε ότι τουλάχιστον τότε παρέμεινε πυλώνας σταθερότητας για τους περισσότερους ψηφοφόρους; Επειδή ο χρόνος στην πολιτική μετράει διπλός δεν χρειάζεται καν να περάσει ολόκληρη δεκαετία για να μην είναι τίποτα πια το ίδιο. Οποιο γαλάζιο στέλεχος πιστεύει ότι οι συνθήκες μπορούν με κάποιον τρόπο να επαναληφθούν το 2027 μιλάει περισσότερο με το θυμικό παρά με τα δεδομένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποια από τα συστατικά του 2019 ή και του 2023 δεν είναι χρήσιμα ή ότι δεν μπορούν να ξαναβγούν από το συρτάρι το 2027, ακριβώς όπως οι δεκαετείς φωτογραφίες των νοσταλγών στα social media. Για την ακρίβεια, η κυβέρνηση αυτό δείχνει να κάνει ήδη σε ένα διαφορετικό βέβαια πολιτικό σκηνικό, γεμάτο με αστάθμητους παράγοντες.
Τα εκλογικά διλήμματα
Ολα τα μεγάλα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία είχαν τίτλους για την Ελλάδα το 2019: «αλλαγή εξουσίας», «η χώρα αλλάζει σελίδα», «για πρώτη από το 2009 αυτοδύναμη κυβέρνηση», «οι συντηρητικοί κερδίζουν τους αριστερούς» – με αναφορές και αναλύσεις για τη μεσαία τάξη που «καθορίζει το εκλογικό αποτέλεσμα γιατί πίστεψε τη ΝΔ και έστρεψε την πλάτη στον ΣΥΡΙΖΑ». Η κανονικότητα ήταν τότε στην κορυφή ρητορικής Μητσοτάκη, ο οποίος διεκδικούσε να κάνει την αλλαγή με υποσχέσεις για φοροαπαλλαγές και με την εξωτερική πολιτική ψηλά στην ατζέντα. Ακριβώς αυτά – τις προαναγγελίες μειώσεων φόρων και τη διεθνή αβεβαιότητα δηλαδή – επαναφέρει στο προσκήνιο η κυβέρνηση, κοιτάζοντας στο 2027 και ξαναχτίζοντας αφήγημα γύρω από την οικονομία. Και θα ζητήσει ό,τι ζητούσε ο Τσίπρας το 2019: συνέχιση του προγράμματός του. Ταυτόχρονα ξεσηκώνει στον πολιτικό λόγο του και στον κυβερνητικό προγραμματισμό κάτι από την επόμενη προεκλογική χρονιά, το 2023: τις υποσχέσεις για πιο αποφασιστική σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» του αναχρονισμού.
Ρεαλισμός εναντίον λαϊκισμού
Αν κάτι επιστρέφει εμφατικά, ή τουλάχιστον αυτό επιδιώκει η κυβέρνηση, είναι οι σκληρές συγκρίσεις. Πρωτίστως η διαιρετική τομή «ρεαλισμός εναντίον λαϊκισμού», όπως υπήρχε τόσο το 2019 όσο και το 2023 με πόλωση στο πολιτικό κλίμα, ενόσω η ΝΔ μιλούσε για επιστροφή στην κανονικότητα και ο ΣΥΡΙΖΑ προειδοποιούσε για επέλαση «νεοφιλελεύθερων πολιτικών». Ο Μητσοτάκης τότε είχε διαμορφώσει ένα «ηγετικό» προφίλ απέναντι σε έναν ξεκάθαρο αντίπαλο. Σήμερα τον ψάχνει, εν αναμονή και των κυοφορούμενων κομμάτων -Αλέξη Τσίπρα και Μαρίας Καρυστιανού. Αυτό που υπάρχει είναι ένας νέος αντισυστημισμός, τον οποίο θέλουν πολλοί να εκφράσουν. Ερευνα της Metron Analysis (Mega) δίνει στο 7,4% τα «λοιπά κόμματα» (εκεί εντάσσονται προφανώς οι υπό σύσταση πολιτικοί φορείς) στην πρόθεση ψήφου και στο 9,5% στην εκτίμηση ψήφου, που είναι ένα ποσοστό αυξημένο κατά πέντε μονάδες από τον Δεκέμβριο του 2025. Κατά την ίδια έρευνα, το 61% ζητάει πολιτική αλλαγή και το 38% σταθερότητα. Είναι σαφές ότι ο Μητσοτάκης θα επιχειρήσει ως το τέλος να απευθυνθεί στο 38%, ψάχνοντας ακόμα τον «ιδανικό» αντίπαλο, που θα ενεργοποιούσε ξανά υπέρ της ΝΔ τα αντανακλαστικά των κεντρώων ψηφοφόρων.
Τα κριτήρια ψήφου
Κάποιοι πολιτικοί αναλυτές το λένε καθαρά: δεν έχει καταλάβει το Μέγαρο Μαξίμου ότι οι παράμετροι που επηρεάζουν εκλογικές συμπεριφορές έχουν αλλάξει. Οντως δεν συνέβαινε το 2019 ή το 2023 τα ζητήματα θεσμών να εμφανίζονται στις μετρήσεις σταθερά στην πρώτη τριάδα των θεμάτων οι πολίτες θεωρούν ως πρόβλημα. Τα σημάδια εξάντλησης της ΝΔ φαίνονται επιπλέον από το γεγονός ότι δεν μπορεί να διευρύνει την επιρροή της όπως στο παρελθόν – «να ανοιχτεί σε δεξαμενές» όπως λέει έμπειρος εκλογολόγος. Αν έχει αλλάξει κάτι ακόμα, είναι οι δείκτες δημοφιλίας του Μητσοτάκη και απήχησης της ΝΔ. Δημοσκόποι συμφωνούν ότι ο Πρωθυπουργός κρατάει τους κεντροδεξιούς αλλά υπάρχει κάμψη τόσο στους δεξιούς ψηφοφόρους όσο και στους κεντρώους συγκριτικά με τα σαρωτικά ποσοστά της προηγούμενης τετραετίας. Το γκάλοπ της Metron Analysis έδειξε ότι πέραν της ανοιχτής μάχης του Κέντρου ανάμεσα σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ (18,1% παίρνουν τα δύο κόμματα στην πρόθεση ψήφου των κεντρώων), το κυβερνών κόμμα δίνει μάχη επανασυσπείρωσης ακόμα και των κεντροδεξιών (στο 61,9% η πρόθεση ψήφου) και πολύ περισσότερο των δεξιών (45,8% στην πρόθεση ψήφου).
Πηγή: tanea.gr





