Ακρίβεια: Σε ποιες δαπάνες βάζουν «μαχαίρι» οι καταναλωτές –

chart visualization

Έντονη αβεβαιότητα και επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης χαρακτηρίζει την κατάσταση των νοικοκυριών, με τη συντριπτική πλειονότητα να δηλώνει πως έχουν αναγκαστεί να μειώσουν δαπάνες ακόμη και σε βασικές κατηγορίες προϊόντων κι αγαθών, ενώ 6 στους δέκα δηλώνουν ότι μετά βίας τα βγάζουν πέρα.

Η αγοραστική δύναμη έχει χειροτερέψει

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία έρευνας που διενήργησε η RASS για το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών για την κατάσταση των νοικοκυριών στην Αττική. Το 50,1% χαρακτηρίζει μέτρια την οικονομική του κατάσταση (φτάνει για τα αναγκαία ενώ υπάρχουν δυσκολίες), το 28,1% καλή (φτάνει για όσα είναι αναγκαία) και κακή το 18,2% (δεν φτάνει ούτε για τα αναγκαία). Μόλις το 3,4% δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση είναι πολύ καλή με το εισόδημα να αρκεί για να ζει καλά και να αποταμιεύει.

Επιπλέον, το 74% δηλώνει ότι η αγοραστική του δύναμη έχει χειροτερέψει και το 18,2% ότι έχει παραμείνει η ίδια. Στο ερώτημα ποιες δαπάνες ιεραρχούν ως πιο σημαντικές για το νοικοκυριό τους, το 88,9% ανέφερε τα τρόφιμα-σούπερ μάρκετ, ενέργεια-καύσιμα-ρεύμα το 58% και υγεία – φάρμακα το 38,9%.

Ποιες δαπάνες έχουν μειώσει

Παράλληλα, το 79,6% δήλωσε πως έχει χρειαστεί να μειώσει ή να περικόψει δαπάνες στο νοικοκυριό του. Στην κορυφή και με διαφορά, το 70,1% χρειάστηκε να μειώσει ή να κόψει τις δαπάνες για ψυχαγωγία-διασκέδαση, το 52,7% για ένδυση υπόδηση, το 37,4% για τρόφιμα – σούπερ μάρκετ, το 17,1% για ενέργεια-ρεύμα-καύσιμα, το 15,5% για μεταφορές και το 9,5% για ασφάλειες.

chart visualization

Οι πιο απαισιόδοξοι

Εν τω μεταξύ οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται ως οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην ΕΕ με διαφορά από τους επόμενους, με τους καταναλωτές στην Ρουμανία και τη Βουλγαρία να ακολουθούν, σύμφωνα με την Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ (Δεκέμβριος 2025).

Το 65% των νοικοκυριών εκτίμησε ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ το 4% θεωρεί πως επήλθε μικρή βελτίωση τους προηγούμενους δώδεκα μήνες. Έτι περαιτέρω, το 57% των νοικοκυριών αναμένει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ενώ το 6% προβλέπει μικρή βελτίωση για τους προσεχείς 12 μήνες.

Το 56% (από 63%) των καταναλωτών προέβλεψε ότι θα προβεί σε λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες, ενώ το 5% (από 4%) αναμένει το αντίθετο.

Προβλέπουν άνοδο τιμών

Για το προσεχές δωδεκάμηνο το 56% των νοικοκυριών προέβλεψε άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό και το 13% (από 17%) αναμένει σταθερότητα.

Σχετικά με τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» διαμορφώθηκε στο 59%, όσο σχεδόν και τον προηγούμενο μήνα, ενώ στο 8% υποχώρησε το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους.

Οι καταναλωτές που δήλωσαν ότι αποταμιεύουν λίγο ή πολύ αποτελούν το 21% του συνόλου, ενώ το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι «έχουν χρεωθεί» διαμορφώθηκε στο 12% από 10% τον προηγούμενο μήνα.

Στο ερώτημα το οποίο αξιολογεί το βαθμό αβεβαιότητας των νοικοκυριών ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις, το 58,1% έκρινε τον Δεκέμβριο ότι η οικονομική κατάστασή του μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, όσο και τον προηγούμενο μήνα.

Αδυναμία να ανταποκριθούν σε πάγιες πληρωμές

Σύμφωνα, δε, με την πρόσφατη ενδιάμεση έκθεση του INE ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία, το 2024 το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά. διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%.

Σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.

Επιπλέον, τονίζεται ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,9%.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ