Του Τάσου Δασόπουλου
Πολύτιμα για τη μείωση του χρέους μπορεί να αναδειχθούν τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όταν ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθεί και ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του χρέους ως αποτέλεσμα θα κινδυνέψει να μειωθεί.
Η θέση του υπουργείου Οικονομικών είναι ότι το χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται σταθερά με υψηλούς ρυθμούς, όχι μόνο για να είναι συμβατή η χώρα με τις υποχρεώσεις των νέων δημοσιονομικών κανόνων. Η μεγαλύτερη ανάγκη βρίσκεται στο ότι το χρέος πρέπει να μειωθεί σημαντικά για να υποχωρήσει και ο λεγόμενος “κίνδυνος της χώρας”, ο οποίος μεγαλώνει σε περιόδους έντονων διεθνών διακυμάνσεων, όπως αυτές των τελευταίων ετών. Ο κίνδυνος αυτός γίνεται μεγαλύτερος όταν βρισκόμαστε στο κάτω μέρος του οικονομικού κύκλου, όταν δηλαδή ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται, μηδενίζεται ή ακόμη γίνεται αρνητικός.
Παρόλα αυτά, από πέρσι έχει ανακοινωθεί ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, θα μειωθεί στο 119% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2029, από 138,2% του ΑΕΠ που αναμένεται να φτάσει στο τέλος του 2026. Με άλλα λόγια, το χρέος θα πρέπει να μειωθεί την τριετία 2027-2029 κατά 19,2% του ΑΕΠ, δηλαδή να έχει μια μέση ετήσια μείωση της τάξης του 6,5% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, με βάση τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026 – 2029 οι αναθεωρημένες προβλέψεις για την ανάπτυξη είναι 2,4% για το 2026, 1,7% για το 2027, 1,6% για το 2028 και 1,3%για το 2029. Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται στα σημερινά δεδομένα, χωρίς να υπολογίζονται τυχόν νέα μέτρα τα οποία μπορεί να αυξήσουν την ανάπτυξη.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει από φέτος κοντά στο 2% και να μείνει σταθερός τα επόμενα χρόνια. Άρα θα μειωθεί και το ονομαστικό ΑΕΠ (δηλαδή το πραγματικό ΑΕΠ συν τον πληθωρισμό) το οποίο παίζει ρόλο στη μείωση του χρέους. Επίσης, το πρωτογενές πλεόνασμα, προβλέπεται ότι φέτος θα είναι 2,8% του ΑΕΠ και στη συνέχεια θα υποχωρήσει οριακά και θα παραμείνει σταθερό στο 2,7% του ΑΕΠ μέχρι και το 2029. Τούτο, με δεδομένο ότι το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε στο 4,8% του ΑΕΠ, ενώ και το 2025, παρά την πρόβλεψη για πλεόνασμα στο 3,7% του ΑΕΠ, αναμένεται να ξεπεράσει για δεύτερη χρονιά το 4% του ΑΕΠ. Συνεπώς και η πορεία του πρωτογενούς πλεονάσματος δείχνει ότι το συγκεκριμένο μέγεθος θα βοηθάει λιγότερο στη μείωση του χρέους τα επόμενα χρόνια.
Ο ρόλος των ταμειακών διαθεσίμων
Ο ρόλος των ταμειακών διαθεσίμων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα 17 δισ. ευρώ από το δάνειο των 86 δισ. ευρώ που πήρε η Ελλάδα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) κατά το τρίτο μνημόνιο, είναι να αποτελούν “ασπίδα” για τις αγορές τα πρώτα χρόνια μετά το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης. Από το 2019 μέχρι και σήμερα, τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν σταθερά πάνω από τα 30 δισ. ευρώ, ώστε οι αγορές να γνωρίζουν ότι η Ελλάδα μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της ακόμη και σε συνθήκες ακραίας μεταβλητότητας της αγοράς. Με τη σταδιακή ολοκλήρωση όμως της ελληνικής αγοράς ομολόγων και μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ο ρόλος τους περιορίστηκε σε αυτόν μιας επιπλέον ασφάλειας για τις δανεικές ανάγκες της Ελλάδας.
Τα επόμενα χρόνια, όταν ο ρυθμός μείωσης του χρέους θα μειωθεί κάτω από το περίπου 8,5% του ΑΕΠ που είναι σήμερα, η χρήση των διαθεσίμων για πρόωρη αποπληρωμή παλιού και ακριβού χρέους θα αποτελέσει βασική στρατηγική στη δυναμική διαχείριση χρέους ώστε να συνεχίζει να μειώνεται με υψηλούς ετήσιους ρυθμούς.
Πηγή: capital.gr





