Κωδικός «8% έως 14%» για τις επόμενες εκλογές

Κωδικός «8% έως 14%» για τις επόμενες εκλογές

Η αναμονή είναι, αυτή τη στιγμή, η βασική απασχόληση των κομμάτων της αντιπολίτευσης – όλοι περιμένουν η κλεψύδρα να αδειάσει, ώστε να καθαρίσει το τοπίο στον δρόμο προς την κάλπη του 2027. Μαζί τους περιμένουν και οι πολιτικοί αναλυτές, οι οποίοι αυτή τη στιγμή αναγκάζονται να μετρούν τις δημοσκοπικές επιδόσεις κοινοβουλευτικών πολιτικών δυνάμεων υπό διάλυση ή υπό απορρόφηση, αλλά στην πραγματικότητα έχουν το βλέμμα τους στραμμένο σε δύο κόμματα που ακόμα δεν έχουν ιδρυθεί, αλλά ανακατατάσσουν το σκηνικό.

Οι επικείμενες κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού μπορούν να μετρηθούν μόνο ως προς το δυνητικό εύρος του ακροατηρίου τους, το οποίο ωστόσο σε αυτή τη φάση είναι αρκετό για να τους φέρει στη ζώνη 8% έως 14%. Ερχονται, δηλαδή, να προστεθούν στις πραγματικές (ως προς την πρόθεση ψήφου) επιδόσεις του ΠΑΣΟΚ, της Πλεύσης Ελευθερίας και της Ελληνικής Λύσης, δημιουργώντας μια ζώνη πέντε παρατάξεων που μοιάζουν να παλεύουν η μια με την άλλη για τη μερίδα του λέοντος στην αντιπολίτευση. Το πιο ενδιαφέρον; Πολλά από αυτά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, έτσι το ένα βασίζει την επιτυχία του στην αποτυχία του άλλου.

Το ΠΑΣΟΚ, που μοιράζεται το συστημικό ακροατήριο του προοδευτικού Κέντρου με τη ΝΔ, φαινομενικά βγαίνει περισσότερο αλώβητο στη μάχη που διεξάγεται και αφορά κυρίως ψηφοφόρους αντισυστημικούς ή ιδεολογικά πιο ασαφείς. Η στασιμότητα του ποσοστού του, ωστόσο, περί του 12-13%, που σε όσες μετρήσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας ως τώρα δεν έχει αλλάξει, επιτρέπει σε άλλους να το προσπεράσουν – όπως συνέβη με την κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού (στη δημοσκόπηση της Interview που την προσμέτρησε μέσω της δυνητικής ψήφου – διαχωρίζοντας, ανορθόδοξα, τις απαντήσεις «πολύ πιθανό») και με την Πλεύση Ελευθερίας (Real Polls).

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m1’); });
googletag.cmd.push(function() {googletag.display(‘300x250_middle_1’)})

Το ΠΑΣΟΚ είναι και το μόνο από τα κόμματα αυτής της ζώνης που έχει δομή και γνώριμα στελέχη, ενώ η άλλη δύναμη που μπορεί να τσαλαβουτήσει στους ψηφοφόρους του, το «κίνημα Τσίπρα», δεν έχει ακόμα αναδείξει ούτε τον τρόπο της οργάνωσής του ούτε πρόσωπα πέραν του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού, που σηκώνει πάνω του όλες τις παρεμβάσεις μέσω των παρουσιάσεων της «Ιθάκης» και του επιστημονικού συμβουλίου του ΙΑΤ.

Για τον Τσίπρα, το πρόβλημα είναι διπλό, γιατί από τη μια πλευρά διεκδικεί εμφανώς, μέσω των προσώπων που επιλέγει να τοποθετηθούν για το βιβλίο του, όπως ο Γιώργος Σιακαντάρης και ο Αντώνης Σαουλίδης, να κάνει πράσινο άνοιγμα – δείχνοντας και ποιον χώρο διεκδικεί –, όμως η πρότερη εμπειρία και η σημερινή μετέωρη κατάσταση τον φέρνει αναπόφευκτα να κινείται στο πλαίσιο του πρώην κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, που έχει κατακερματιστεί.

Οσοι δημοσκόποι εκτιμούν πως το εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού πλήττεται από την Καρυστιανού δεν θεωρούν πως αυτό συμβαίνει λόγω ιδεολογικής εγγύτητας (η ιδεολογική ταυτότητα Καρυστιανού μένει, τονίζουν σε συνομιλητές τους, επίτηδες θολή, αν και τα πρώτα δείγματα είναι συντηρητικά), αλλά γιατί δυνατό σημείο και των δύο είναι ο δείκτης του προσώπου – σε ερωτήσεις, δηλαδή, που αφορούν το ποιος μπορεί να κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_2’); });
googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_m2’); });

Η σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών είναι, όπως λένε, αναπόφευκτη και τα πρώτα δείγματα έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, μετά τα λεγόμενα Καρυστιανού για το «χειρότερο μνημόνιο» που ήρθε επί Τσίπρα και «την ελπίδα που χάθηκε» και το γάντι που σήκωσε το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού, αλλά και ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ.

Ισως, όμως, η πιο ενδιαφέρουσα σύγκρουση έρχεται ανάμεσα στο εν αναμονή «κόμμα Καρυστιανού» και σε δύο δυνάμεις που κερδίζουν αντισυστημικό ακροατήριο και οργισμένους ψηφοφόρους – τα ποσοστά του Βελόπουλου «από τη Λάρισα και πάνω» τον καθιστούν επικίνδυνο ακόμα και για τη ΝΔ, ενώ αξιοσημείωτη ήταν η στήριξη που είχε στα μπλόκα των αγροτών, ενώ η παρουσία της στην Εξεταστική Επιτροπή έχει ενισχύσει και τη δυναμική της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Και τα δύο αυτά κόμματα, αν και διαφορετικά, είναι προσωπαγή, συγκρουσιακά, δημοφιλή σε ψηφοφόρους που θεωρούν πως δεν ακούγονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων και σε περιθωριακά γκρουπ πολιτών.

googletag.cmd.push(function() { googletag.display(‘300x250_middle_3’); });

Αυτά θα είναι και τα πρώτα «θύματα» μιας κίνησης Καρυστιανού: η μέχρι πρότινος πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών «Τέμπη 2023» είναι για πολλούς ταυτισμένη με το αίτημα για κάθαρση και απόδοση δικαιοσύνης και, σε αυτή τη φάση, το προφίλ της πλήττεται βασικά από παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με τους πολιτικούς της αντιπάλους, αλλά με τη σύγκρουσή της με τους υπόλοιπους συγγενείς και με την επιλογή συνεργατών.

Για εκείνη, το βασικό στοίχημα είναι αν θα αντέξει σε βάθος χρόνου και θα αντιμετωπιστεί ως πόλος εξουσίας ή αν θα επιτείνει τον κατακερματισμό στην αντιπολίτευση – μέχρι τώρα, κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να την ακολουθήσει, αλλά και εκείνη αρνείται τις συνεργασίες με το πολιτικό σύστημα, ταυτίζοντας την κυβέρνηση με την αντιπολίτευση.

Η δεξαμενή του «καναπέ»

Σε όλες τις εκτιμήσεις που γίνονται αυτές τις μέρες, βέβαια, υπάρχει ένας παράγοντας που μένει αστάθμητος ακόμα και για τους πιο έμπειρους δημοσκόπους: κι αν όλα αυτά που συζητάμε πεταχτούν στο καλάθι των αχρήστων, γιατί οι συσχετισμοί θα αλλάξουν από τους πολίτες που δεν ψηφίζουν και θα σηκωθούν από τον καναπέ για να βρεθούν στην κάλπη και να τιμωρήσουν το πολιτικό σύστημα – πολύ πιθανόν, με μια επιλογή όπως αυτή της Καρυστιανού;

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν σπεύδει να απορρίψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, περιμένοντας να έχει πρώτα χειροπιαστά στοιχεία στα χέρια του, όχι μόνο για τον αριθμό των κομμάτων που θα συμμετάσχουν στις εκλογές και το όνομα του επικεφαλής τους, αλλά για το στελεχιακό δυναμικό και την ιδεολογική τους κατεύθυνση. Η προηγούμενη μεταπολιτευτική εμπειρία, ωστόσο, έρχεται να λειτουργήσει βοηθητικά. Την περίοδο από την κρίση χρέους και μετά, η μόνη φορά που μια πολιτική δύναμη φάνηκε να ζητά τιμωρητική ψήφο στο παλιό πολιτικό σύστημα, προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα μια νέα αρχή, με φρέσκα πρόσωπα, ήταν οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Ακόμα και τότε, που η διαιρετική τομή μνημόνιο – αντιμνημόνιο άγγιζε όλες τις πτυχές της κοινωνίας, τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν μόλις 113.558 ψηφοφόρους παραπάνω σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2012. Στον αντίποδα, η μοναδική φορά που υπήρξε άνοδος στη συμμετοχή, περίπου 300.000 ψηφοφόρων, ήταν μεταξύ 2019 και 2023, μετά τις μεγάλες οικονομικές ενισχύσεις που έδωσε η ΝΔ.

Πού πάει σήμερα ο αντισυστημισμός

Kάθε εποχή και άρα κάθε κάλπη έχει και τον αντισυστημισμό της. Η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από την ασυμμετρία του πολιτικού συστήματος και από την αναμονή τριών (;) νέων φορέων με κλειδωμένους τουλάχιστον σήμερα τους δύο: το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Επικαθορίζεται δε και από την αλληλουχία εξελίξεων στο γεωπολιτικό σκηνικό, με επιταχυντή τον πρόεδρο Τραμπ, και από ένα είδος δυσαρέσκειας που αφαιρεί προς το παρόν το προνόμιο της ΝΔ να έχει την άνεση παράστασης αυτοδυναμίας. Η δυσαρέσκεια βέβαια δεν συνεπάγεται και «αντισυστημισμό».

Ο τελευταίος ως τάση ή κοινωνική στάση σήμερα μοιάζει περισσότερο κατακερματισμένος μεταξύ του αριστερού και του δεξιού τόξου και περισσότερο συναρτώμενος από τον άξονα αποχή – συμμετοχή. Μια μείωση της αποχής στις επόμενες κάλπες, λέει μια μερίδα πολιτικών επιστημόνων, μπορεί να οδηγήσει πιο μαζικά σε ψήφο διαμαρτυρίας. Το περιεχόμενο της τελευταίας σήμερα έχει από την αγωνία για την ακρίβεια μέχρι τη συνολική θεσμική δυσπιστία. Τα Τέμπη και η Δικαιοσύνη, εν μέρει και η λειτουργία της Δημοκρατίας, αποτελούν σήμερα την αιχμή ενός οριζόντιου αντισυστημισμού. Δεν ταυτίζεται αυτός με την παλιά διαίρεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο, αλλά επεκτείνεται σε μια συνολική αποστροφή στη σημερινή διάρθρωση του πολιτικού σκηνικού.

Πού εντοπίζεται

Στο τωρινό σημείο και πριν από την επίσημη συγκρότηση νέων κομμάτων, ο αντισυστημισμός εντοπίζεται σε κόμματα διαμαρτυρίας, στη ζώνη των αναποφάσιστων και σε διαρροές της Νέας Δημοκρατίας που ενισχύθηκαν με το αγροτικό ζήτημα προς τα δεξιά του φάσματος. Αν κάποιος μετρούσε σήμερα την τάση αυτή, θα τη συναντούσε στην Ελληνική Λύση, στην Πλεύση Ελευθερίας, στη Νίκη, σε αριστερά σχήματα που δεν είναι στο Κοινοβούλιο και βέβαια στους αναποφάσιστους ή στους «δεν ξέρω – δεν απαντώ» (εκ του ερωτήματος των δημοσκοπήσεων). Αν πάλι, ενέτασσε το νέο κόμμα της Καρυστιανού στο πολιτικό σύστημα, θα έβρισκε σε πρώτη φάση ένα μέρος του ρεύματος να παροχετεύεται σε αυτό. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η επίθεση της ίδιας στον Τσίπρα και τις πρωτοβουλίες του, αλλά και ως προς το τρίτο μνημόνιο της κυβέρνησής του, που στόχο είχε την υπενθύμιση πως πλέον ο πρώην πρωθυπουργός εντάσσεται στον «συστημισμό».

Το ρεύμα

Σήμερα όλα τα νέα στοιχεία επίσης λένε πως ο αντισυστημισμός έχει – βασικά – δεξιάς απόχρωσης στοιχεία. Αντιμεταναστευτικά, έγνοια για τα εθνικά, κριτική σε ΕΕ και παγκοσμιοποίηση, σε ταυτοτικές πολιτικές για τα φύλα και πολεμική στη woke κουλτούρα, οντολογικές – θρησκευτικές αναδιπλώσεις, πίστη στην οικογένεια κ.λπ. Το ρεύμα Τραμπ αλλά και ένα είδος δεξιάς παλινόρθωσης σε Λατινική Αμερική αλλά και σε χώρες της Ευρώπης προσθέτει δυναμική σε αυτό.

Η ρευστότητα στα γεωπολιτικά εντείνει τις εθνο-αναδιπλώσεις. Και τώρα δεν υφίσταται ΣΥΡΙΖΑ α λα 2012 που έστω πριν από τη δική του συνθηκολόγηση οριοθέτησε το ρεύμα αυτό στα αριστερά του φάσματος. Το ερώτημα είναι όσο προσεγγίζουμε τις κάλπες για τις εθνικές εκλογές αν το ρεύμα αυτό θα ενοποιείται κάτω από έναν κοινό υποδοχέα (π.χ. σε Καρυστιανού ή σε Κωνσταντοπούλου) ή θα παραμένει κατακερματισμένο και ανεκπροσώπητο με αποτέλεσμα ακόμη και να μην πάει εν συνόλω για ψήφο.

Η τελευταία περίπτωση ευνοεί τη ΝΔ για το σκληρό δίλημμα ακυβερνησίας που προφανώς θα θέσει. Ερώτημα κρίσιμο επίσης είναι αν το κόμμα Καρυστιανού, για παράδειγμα, θα διατηρήσει ένα πλεονέκτημα αμφίπλευρης στόχευσης σε όλες τις δεξαμενές ψηφοφόρων ή θα περιοριστεί στα δεξιά του χάρτη, εκεί που υπάρχουν και άλλοι μνηστήρες όπως ο Κυριάκος Βελόπουλος. Η ρητορική της πάντως για «υπέρβαση των κομμάτων» αποτελεί σαφή στρατηγική αλίευσης και από το όλο πολιτικό τόξο και από τους αναποφάσιστους ή όσους δεν πάνε συνήθως να ψηφίσουν.

Η κυβέρνηση σκανάρει προσεκτικά ένα τέτοιο ρεύμα που θα την ευνοούσε ως φόβητρο για τη σταθερότητα της χώρας, αλλά και θα επεφύλασσε εκπλήξεις αν η ίδια δεν συγκρατήσει τις διαρροές και φθορές της στον δρόμο για την κάλπη.

Πηγή: tanea.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Ελλάδα στους πρωταθλητές της Ευρώπης

Δημοσκόπηση GPO: ΝΔ στο 28,9%

Ποσοστό 28,9% αποδίδει στη Νέα Δημοκρατία δημοσκόπηση της GPO για τα “Παραπολιτικά” η οποία καταγράφει επίσης τη στάση…