Εξωστρέφεια και αξιοπιστία ήταν οι δύο καταλύτες που έφεραν στην «πόρτα» της Ελλάδος 51 δισ. ευρώ για την χθεσινή έκδοση 10ετούς ομολόγου, την πρώτη του 2026, με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) να «σηκώνει» τελικά 4 δισ, από 3 δισ. που είχε αρχικά καθοδηγήσει.
Η υψηλή υπερκάλυψη, η οποία και αποτελεί ιστορικό ρεκόρ, επέτρεψε και τη βελτίωση των όρων τιμολόγησης, με το αρχικό guidance να υποχωρεί και την τελική απόδοση να διαμορφώνεται κοντά στο 3,45%, έναντι αρχικού εύρους mid-swaps +60–65 μονάδες βάσης, δηλαδή στην περιοχή του 3,47%–3,52%.
Τι κέντρισε το ενδιαφέρον για τα ελληνικά ομόλογα
Το ενδιαφέρον για την ελληνική έκδοση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον αυξημένης ζήτησης, καθώς μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα το Βέλγιο εγκαινίασε τις φετινές εκδόσεις κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη με 10ετές OLO ύψους 8 δισ. ευρώ και βιβλίο προσφορών που ξεπέρασε τα 91 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ιστορικό ρεκόρ, δίχως αυτό να υποβαθμίζει την ελληνική επιτυχία και την ελκυστικότητα των assets της χώρας.

Εντούτοις, η αγορά γνωρίζει ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, με τον ΟΔΔΗΧ να σκοπεύει να αντλήσει συνολικά περίπου 8 δισ. ευρώ από τις αγορές το 2026. Έτσι, μόνο με την πρώτη έκδοση καλύπτεται ήδη το ήμισυ των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών από νέες εκδόσεις.
Σημαντική συμβολή έχει και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου, με τελευταία τη δόση των 5,3 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025
Για το σύνολο του έτους, ο καθαρός δανεισμός εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 13 δισ. ευρώ, καθώς οι συνολικές ταμειακές ανάγκες αυξάνονται στα 30,1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, στο πρώτο εξάμηνο έχουν προγραμματιστεί τρεις επανεκδόσεις ελληνικών ομολόγων, τον Φεβρουάριο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο.
Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται στη στρατηγική ενεργής διαχείρισης του χρέους, το οποίο συνεχίζει να μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2026, το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 138,2% του ΑΕΠ από 145,9% το 2025, ενώ σε απόλυτα μεγέθη θα μειωθεί στα 359,3 δισ. ευρώ.
Σημαντική συμβολή έχει και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου, με τελευταία τη δόση των 5,3 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025, στο πλαίσιο του στόχου για πλήρη εξόφληση των υπολειπόμενων 31,6 δισ. ευρώ έως το 2031, ενισχύοντας περαιτέρω τη βιωσιμότητα και το προφίλ του ελληνικού χρέους.
Ισχυρό story στο μεσοπρόθεσμο
Στο μεταξύ, η Ελλάδα παραμένει μία από τις κορυφαίες επιλογές της JP Morgan για στρατηγικές carry στο ευρωπαϊκό περιβάλλον σταθερού εισοδήματος, σύμφωνα με την τελευταία της ανάλυση. Ωστόσο, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα εκτιμά ότι στο άμεσο χρονικό διάστημα υπάρχουν επαρκείς λόγοι για κατοχύρωση κερδών, μετά την έντονη υπεραπόδοση των ελληνικών κρατικών τίτλων.
Αλλά παρά τις βραχυπρόθεσμες τακτικές κινήσεις, το μεσοπρόθεσμο αφήγημα των ελληνικών ομολόγων παραμένει εξαιρετικά ισχυρό και δεν περιορίζεται στη σχετική τους αποτίμηση έναντι άλλων αγορών της Ευρωζώνης.
H κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει ακόμη ένα ισχυρό σήμα στις αγορές, επιταχύνοντας τη μείωση του δημόσιου χρέους μέσω πρόωρων αποπληρωμών δανείων με λήξεις από το 2033 έως το 2042.
Το υποστηρικτικό μακροοικονομικό περιβάλλον, με αιχμή τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης του ελληνικού χρέους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει ακόμη ένα ισχυρό σήμα στις αγορές, επιταχύνοντας τη μείωση του δημόσιου χρέους μέσω πρόωρων αποπληρωμών δανείων με λήξεις από το 2033 έως το 2042.
Η στρατηγική αυτή βελτιώνει ουσιαστικά το προφίλ βιωσιμότητας του χρέους, περιορίζει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και ενισχύει περαιτέρω την επενδυτική εικόνα της χώρας, σε μια περίοδο που πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ευρεία στήριξη από διεθνείς οίκους
Το θετικό αφήγημα για τα ελληνικά ομόλογα επιβεβαιώνεται από ένα ευρύ φάσμα διεθνών τραπεζών και οίκων αξιολόγησης. Η Morgan Stanley, σε πρόσφατη ανάλυσή της, συστήνει στρατηγική long στην Ελλάδα, ποντάροντας στη σταθερότητα της Αθήνας και στην αυξημένη αβεβαιότητα στον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι στη Γαλλία και η γενικότερη αστάθεια στη βόρεια Ευρώπη ενισχύουν, σύμφωνα με την τράπεζα, τη σχετική ελκυστικότητα των ελληνικών κρατικών τίτλων.
Η Τράπεζα Πειραιώς διαβλέπει θετικές προοπτικές για το 2026 στην πιστοληπτική αξιολόγηση των ελληνικών ομολόγων και εκτιμά ότι, εφόσον διατηρηθεί η θετική πορεία της οικονομίας, είναι πιθανή μία επιπλέον αναβάθμιση σε Baa2 μέσα στο 2026.


Η Bank of America χαρακτηρίζει τα ελληνικά κρατικά και εταιρικά ομόλογα ως ένα από τα ισχυρότερα επενδυτικά stories στην Ευρώπη, με τις ελληνικές εκδόσεις να συγκαταλέγονται στους κορυφαίους performers.
Αντίστοιχα, η Citi προβλέπει υπεραπόδοση των ελληνικών ομολόγων, περαιτέρω συμπίεση των spreads και νέα αναβάθμιση το 2026, επισημαίνοντας ότι η τροχιά αναβαθμίσεων θα μπορούσε να συνεχιστεί για τα επόμενα δύο έως τέσσερα χρόνια.
Η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους
Καθοριστικό ρόλο στη μεταστροφή της εικόνας παίζει η ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τη Fitch, η Ελλάδα θα καταγράψει τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους στην Ευρώπη την περίοδο 2019–2026, με πτώση άνω των 40 ποσοστιαίων μονάδων ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η Scope Ratings εκτιμά ότι έως το τέλος της δεκαετίας το ελληνικό χρέος θα είναι χαμηλότερο όχι μόνο από της Ιταλίας αλλά και από της Γαλλίας, ενώ η Wood προβλέπει μείωση κοντά στο 100% του ΑΕΠ έως το 2030.
Παράλληλα, η UBS εκτιμά ότι την περίοδο 2026–2027 η Ελλάδα θα εμφανίζει τη μεγαλύτερη ταχύτητα μείωσης δημόσιου χρέους διεθνώς, στηριζόμενη σε ισχυρή ανάπτυξη και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.
Σημαντικές εκδόσεις
Τα παραπάνω αποκτούν μεγάλη σημασία, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εισέρχονται σε περίοδο έντονης χρηματοδότησης, με τις χώρες της Ευρωζώνης να αναμένεται να εκδώσουν κρατικό χρέος ύψους 1,4 τρισ. ευρώ το 2026, περίπου 9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την Amundi.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχεδιάζει να μειώσει το χαρτοφυλάκιό της κατά 400 δισ. ευρώ. Αφαιρώντας τα ομόλογα που λήγουν, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να βρουν νέους αγοραστές για σχεδόν 900 δισ. ευρώ καθαρού νέου χρέους, ποσό πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
H UBS εκτιμά ότι την περίοδο 2026–2027 η Ελλάδα θα εμφανίζει τη μεγαλύτερη ταχύτητα μείωσης δημόσιου χρέους διεθνώς, στηριζόμενη σε ισχυρή ανάπτυξη και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.
Επίσης, μια από τις σημαντικότερες πηγές ζήτησης για μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα αρχίζει να υποχωρεί. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία κατέχουν περίπου το 10% των ομολόγων της Ευρωζώνης με διάρκεια άνω των 10 ετών, με τα ολλανδικά ταμεία, τα μεγαλύτερα στην ΕΕ, να αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα αυτής της κατηγορίας.
Η μεταρρύθμιση του ολλανδικού συνταξιοδοτικού συστήματος, που οδηγεί στη σταδιακή κατάργηση των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (defined benefit), αφαιρεί το βασικό κίνητρο για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα με προβλέψιμες αποδόσεις.
H μετάβαση των ασφαλιστικών ταμείων
Ήδη από την 1η Ιανουαρίου, συνταξιοδοτικά σχήματα που διαχειρίζονται το 35%–40% των ολλανδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων έχουν μεταβεί σε συστήματα καθορισμένων εισφορών (defined contribution), με μεταβλητές αποδόσεις.
Η μετάβαση των περισσότερων ταμείων θα ολοκληρωθεί έως το 2027–2028, με την κεντρική τράπεζα της Ολλανδίας να εκτιμά ότι οι πωλήσεις ομολόγων πολύ μακράς διάρκειας (άνω των 25 ετών) θα φτάσουν τα 100–150 δισ. ευρώ, αυξάνοντας τις πιέσεις στις αποδόσεις.
Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να στραφούν σε εκδόσεις μικρότερης διάρκειας, περιορίζοντας προσωρινά το κόστος, αλλά αυξάνοντας τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει κυρίως τα ομόλογα χωρών με την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση (AAA), όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, οδηγώντας σε άνοδο των αποδόσεων και υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού.
Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να στραφούν σε εκδόσεις μικρότερης διάρκειας, περιορίζοντας προσωρινά το κόστος, αλλά αυξάνοντας τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Πάντως, ο Ιανουάριος αποτελεί παραδοσιακά περίοδο αιχμής για την έκδοση νέου επενδυτικού χρέους (investment grade), καθώς επιχειρήσεις, τράπεζες και κυβερνήσεις επιδιώκουν να εξασφαλίσουν προβάδισμα στα ετήσια προγράμματα χρηματοδότησής τους.
Φέτος, εκμεταλλεύονται το θετικό επενδυτικό κλίμα για να «κλειδώσουν» χρηματοδότηση σε ιστορικά ελκυστικά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο γεωπολιτικών εξελίξεων ή μαζικών εκδόσεων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη αργότερα μέσα στο έτος.
Πηγή: ot.gr





