Αυξημένη είναι φέτος η κυκλοφορία της γρίπης τύπου Α στη Μαγνησία, χωρίς ωστόσο η κατάσταση να ξεφεύγει από τον γενικό επιδημιολογικό χάρτη της χώρας. Όπως επισήμανε στην εκπομπή του FORMEDIA RADIO 99.8, “Ennitime is a good time”, με την Έννη Λεβέντη και τον Κώστα Ανέστη, ο φαρμακοποιός και πρώην πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Μαγνησίας, Κώστας Ματσιόλης, «έξαρση υπάρχει παντού. Και στη Λάρισα το ίδιο συμβαίνει», εξηγώντας ότι τα περιστατικά είναι μεν περισσότερα σε σχέση με άλλες χρονιές, αλλά όχι ανησυχητικά σε βαθμό πανικού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η φετινή εικόνα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Εκτός από την εποχική γρίπη, παρατηρείται συνύπαρξη λοιμώξεων όπως το RSV, ενώ η ατμοσφαιρική ρύπανση φαίνεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις πνευμονικές παθήσεις. Παράλληλα, υπήρξαν συγκυριακές ελλείψεις σε διαγνωστικά τεστ, κυρίως λόγω αυξημένης ζήτησης και περιορισμένης διαθεσιμότητας στα εφημερεύοντα φαρμακεία, οι οποίες όμως αποκαταστάθηκαν άμεσα.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Ματσιόλης στο αντιγριπικό εμβόλιο, τονίζοντας ότι αντιμετωπίζεται άδικα με επιφυλακτικότητα από μεγάλο μέρος των πολιτών. «Το εμβόλιο της γρίπης είναι ένα ασφαλές εμβόλιο, δοκιμασμένο πάρα πολλά χρόνια», σημείωσε, υπογραμμίζοντας πως αποτελεί σημαντική κατάκτηση το γεγονός ότι πλέον χορηγείται δωρεάν στα φαρμακεία, σε ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, μόνο με τον ΑΜΚΑ.

Ωστόσο, όπως εξήγησε, ο σωστός χρόνος εμβολιασμού παίζει καθοριστικό ρόλο. «Δεν είναι το κάνω τώρα, έχει παγωνιά και καλύπτομαι. Θα περιμένει και 20 ημέρες για να δράσει», ανέφερε, συστήνοντας ο εμβολιασμός να γίνεται ιδανικά από τα μέσα Οκτωβρίου έως τις αρχές Νοεμβρίου. Προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στους άνω των 60, στους χρονίως πάσχοντες, σε άτομα που εργάζονται σε χώρους συνωστισμού και στα παιδιά, πάντα με οδηγία παιδιάτρου.
Ο κ. Ματσιόλης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη σημασία της ενίσχυσης του οργανισμού με βιταμίνες, αλλά και στην ανάγκη υπεύθυνης στάσης σε περίπτωση νόσησης. Η παραμονή στο σπίτι, η χρήση μάσκας όπου χρειάζεται και η έγκαιρη επικοινωνία με τον γιατρό αποτελούν βασικά μέτρα προστασίας, τόσο για τον ίδιο τον ασθενή όσο και για το κοινωνικό σύνολο.





