Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή – Μέρος 1: Η νοσταλγία χωρίς παραγωγή και αναθεωρημένο σενάριο είναι απλώς ρετούς

psyxh-tha-paradoseis

Το «Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή;» ξεκίνησε τη διαδρομή του από τη μικρή οθόνη το 2000, όταν προβλήθηκε στο Mega Channel ως τηλεοπτική σειρά. Παρά τη θερμή υποδοχή από το κοινό και τη γρήγορη απόκτηση φανατικού πυρήνα θεατών, η σειρά διακόπηκε αιφνιδίως μετά από 6–7 επεισόδια, αφήνοντας την ιστορία ανολοκλήρωτη και δημιουργώντας έναν από τους πιο επίμονους μύθους της ελληνικής τηλεόρασης των αρχών του 2000.

Η υπόθεση ακολουθούσε τέσσερις γυναίκες που, ως παιδιά σε ορφανοτροφείο, είχαν υποστεί κακοποίηση από έναν υποτιθέμενο φιλάνθρωπο πολυεκατομυριούχο και είχαν δώσει έναν όρκο εκδίκησης απέναντι στον άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή τους. Η σειρά συνδύαζε το μαύρο χιούμορ, στοιχεία τσιμπημένου μελό και κοινωνική σάτιρα, χτίζοντας έναν κόσμο υπερβολής και σκοτεινού χιούμορ, ο οποίος όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί αφηγηματικά. Ιδιαίτερα την εποχή που κυκλοφόρησε, μετά από τις τεράστιες επιτυχίες του διδύμου σεναριογράφων, ήταν ένα τόλμημα που θα μπορούσε η επιτυχία του να αλλάξει τον τρόπο που θα γυρίζονταν οι κωμωδίες.

Χρειάστηκαν περίπου 25 χρόνια για να επιστρέψει η ιστορία, αυτή τη φορά στη μεγάλη οθόνη. Το 2024 ανακοινώθηκε επίσημα η ταινία και λίγο αργότερα ότι η αφήγηση θα μεταφερθεί σε δύο κινηματογραφικές ταινίες, με στόχο να δοθεί επιτέλους τέλος στην ιστορία που έμεινε μετέωρη από την τηλεοπτική της εκδοχή. Το κινηματογραφικό εγχείρημα φέρει την υπογραφή τουΑλέξανδρου Ρήγα στη σκηνοθεσία και στο σενάριο.

Η πρώτη ταινία, «Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή; – Μέρος Πρώτο», έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 8 Ιανουαρίου 2026, με διάρκεια που ξεπερνά τις δύο ώρες, επιχειρώντας να επανασυστήσει τους χαρακτήρες, να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν και να προετοιμάσει το έδαφος για την ολοκλήρωση της ιστορίας στο δεύτερο μέρος.

Η μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη δεν λειτουργεί απλώς ως συνέχεια, αλλά ως απόπειρα επαναδιαπραγμάτευσης μιας τηλεοπτικής κληρονομιάς, σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό και κινηματογραφικό πλαίσιο, όπου η νοσταλγία καλείται να συνυπάρξει με τις απαιτήσεις του σύγχρονου σινεμά. Τί όμως δεν πήγε καλά;

Η νοσταλγία, για να λειτουργήσει ως κινηματογραφικό εργαλείο και όχι ως εύκολο άλλοθι, απαιτεί τρία πράγματα: σενάριο προσαρμοσμένο στο σήμερα, σκηνοθεσία με συνείδηση κινηματογραφικής γλώσσας και έναν παραγωγό που να ασχολείται ώστε τα δύο προηγούμενα να συνυπάρχουν αρμονικά. Η κινηματογραφική μεταφορά του «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή – Μέρος 1» αποτυγχάνει σε ένα βαθμό και στα τρία, όχι από έλλειψη υλικού, αλλά από έλλειψη μέτρου, εστίασης, και καθαρής πρόθεσης.

Η αφήγηση της υποστηρίζει ότι η απλή αναπαραγωγή αναγνωρίσιμων φράσεων, χαρακτήρων και αναφορών αρκεί για να ενεργοποιήσει το συναίσθημα. Όμως η νοσταλγία δεν είναι copy–paste· χρειάζεται επανεγγραφή, απόσταση, επαναπροσδιορισμό και αγκαλιά. Πέρα και πάνω από αυτά χρειάζεται κινηματογραφική αντίληψη αφού η ιστορία πλέον μεταφέρεται σε μια οθόνη που δεν είναι το μέσο προβολής ενός απλού καταγραφικού μέσου. Αντ’ αυτού βρίσκουμε σχεδόν αποκλειστικά λεκτική αφήγηση γεγονότων, αντί οπτικοποίησης των γεγονότων με τρόπο που να δικαιολογεί και τη μεταφορά της στον κινηματογράφο, και τα δύο μεγάλα σε διάρκεια μέρη της ταινίας (εμείς είδαμε το πρώτο μόνο). Εδώ, η κάμερα μοιάζει να τοποθετείται χωρίς σαφή λόγο, σαν να καταγράφει ημερολογιακά (και ελαφρώς ανάκατα) σκηνές που «πρέπει» να ειπωθούν, όχι να κινηματογραφηθούν.

Οι αφηγηματικές ασυνέπειες είναι τόσο έντονες, που γίνεται φανερό πως το μοντάζ έδωσε έναν άνισο αγώνα για να κάνει την ιστορία να σταθεί. Αντί να οργανώσει τον ρυθμό, τη φόρτωσε με εφέ, απότομα κοψίματα και γρήγορα κατ, σε μια προσπάθεια να καλυφθούν οι δομικές αδυναμίες. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία γρήγορη, αλλά καθόλου ξεκούραστη. Η ταχύτητα εδώ δεν λειτουργεί ως ενέργεια, αλλά ως… υπεκφυγή. Το μοντάζ, μάλιστα, αγνοεί σχεδόν συστηματικά τον άξονα (αφού πιθανολογούμε ότι δεν υπήρχε μελετημένος τρόπος απεικόνισης των ιστοριών), με αποτέλεσμα σκηνές που αποπροσανατολίζουν οπτικά και κουράζουν (με όρους Γκοντάρ, αλλά όχι ανάλογης σημασίας), ενώ ταυτόχρονα προστίθενται συνεχώς νέοι χαρακτήρες, χωρίς αφηγηματική αναγκαιότητα. Αισθάνεσαι ένα αεναο μπούκωμα: Δεν αφαιρείται τίποτα, αλλά προστίθενται τα πάντα. Και όσο η ταινία προχωρά, γίνονται ολοένα πιο εμφανείς οι κακοτεχνίες: σαρδάμ που δεν σώζονται, χρόνοι που δεν έχουν υπολογιστεί προς όφελος του εσωτερικού και αφηγηματικού ρυθμού, κοψίματα χωρίς έλεος. Η αφήγηση και το μοντάζ βρίσκονται, κυριολεκτικά, «στον γάμο του Καραγκιόζη».

Η χρήση της βωμολοχίας, παρότι ανακουφιστική σε μια εποχή αποστειρωμένης πολιτικής ορθότητας, λειτουργεί τελικά εις βάρος των χαρακτήρων. Όλοι και όλες βρίζουν με τον ίδιο τρόπο, με αποτέλεσμα να μην αποκτούν διακριτή φωνή. Δεν ακούγονται ως πρόσωπα, αλλά ως καρικατούρες που δοκιμάζουν ατάκες, σαν να προετοιμάζονται για drag show στις «Κούκλες». Η βρισιά εδώ -όχι σε όλη τη διάρκεια αλλά σε αρκετά σημεία- δεν αποκαλύπτει χαρακτήρα, απλώς θορυβεί.

Ιδιαίτερα άστοχες είναι και οι πολιτικές αναφορές που προδίδουν το σενάριο να είχε μείνει πολύ καιρό σε συρτάρι και η παραγωγή αρκετό καιρό… αφώτιστη. Η μνεία στον «άθεο Βαρουφάκη ή αλλιώς Γιάννη με ένα ν» περνά αμήχανα, χωρίς σατιρικό βάθος. Ακόμη χειρότερα, το χιούμορ γύρω από τη Νατάσσα Μποφίλιου και τη σύνδεσή της με τις πολιτικές της πεποιθήσεις εξαντλείται σε χονδροειδή σχόλια, που θα μπορούσαν -και έπρεπε- να είχαν σταματήσει πολύ νωρίτερα. Η σάτιρα χωρίς ακρίβεια καταλήγει απλώς κακεντρέχεια που μπορεί να περνάει στη ροή ενός τηλεοπτικού επεισοδίου αβαβά, αλλά όχι σε κινηματογραφική ταινία που δεν απευθύνεται -ή ίσως δεν θα ήθελε να απευθύνεται- αποκλειστικά σε γηγενή πληθυσμό.

Ο διάλογος μεταξύ της πιστής πρωταγωνίστριας (ρόλο που υποδύεται η Μαρία Λεκάκη) και του ιερέα, με αφορμή τη λεγόμενη «woke ατζέντα», αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα που όμως μένει μετέωρη: η Εκκλησία παρουσιάζεται να «κρατά τη γραμμή της Αρχιεπισκοπής», ακόμη κι αν ο Πάπας δεν θα είχε πρόβλημα. Αντί για ουσιαστικό σχόλιο, η σκηνή λειτουργεί ως σύνθημα.

Η παρουσία της Ελένης Καστανή -με όλο το βάρος της ιστορίας της πρώτης σειράς- έχει μια στιγμιαία, σχεδόν συγκινητική νοσταλγική ομορφιά. Είναι από τις λίγες στιγμές που η ταινία αφήνει μια υποψία ότι ίσως θα κερδίσει το στοίχημα. Όπως και η ατάκα «Εμείς οι φτωχές τη βγάζουμε με αυτή την κόκα για ένα μήνα», που θυμίζει τι θα μπορούσε να είναι το έργο αν εμπιστευόταν περισσότερο την κοινωνική παρατήρηση και λιγότερο τη βοή. Αντ’ αυτού, βλέπουμε ακόμα περισσότερους γραφικούς χαρακτήρες χωρίς σαφή ταυτότητα -όπως ο ήρωας με αραβικό όνομα που μιλά με αλβανική προφορά (τον υποδύεται ο Λευτέρης Ελευθερίου)- και δύο νέες προσθήκες που σχεδόν προδίδουν από μόνες τους την εξέλιξη του δεύτερου μέρους, αφαιρώντας κάθε ίχνος προσμονής.

Το «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή – Μέρος 1» μοιάζει τελικά με μια ινσταγκραμικά φροντισμένη νοσταλγία, τόσο ρετουσαρισμένη που κάτι ύποπτο κρύβεται πίσω από τη λεία επιφάνειά της. Οι αφηγηματικές ρυτίδες δεν εξαφανίστηκαν, απλώς καλύφθηκαν πρόχειρα. Και το σινεμά, όσο κι αν αγαπά το παρελθόν του, δεν συγχωρεί αυτοστιγμεί την απουσία παρόντος.

Όσο για τις ηρωίδες Αλέξα Καλουδάκη (Βασιλική Ανδρίτσου), Ντομινίκ Σεζάρ (Παναγιώτα Βλαντή), Φωφώ Τσιντικίδου (Μαρία Λεκάκη), Πόπη Καμένου (Ελένη Ουζουνίδου) κάνουν το καλύτερο δυνατό με τα μέσα που έχουν, ευτυχώς, χωρίς να αντιγράφουν τις αντίστοιχες τηλεοπτικές ηρωίδες. Η Μαρία Κατσανδή και ο Τάσος Ιορδανίδης (Μάρκος) προσθέτει μια κάποια υπεραξία με μετρημένο παίξιμο που δίνει ανάσα στις φωνές που γιγαντώνονται στο δεύτερο μισό καλύπτοντας ακόμα και τα γεγονότα.

www.ertnews.gr

Πηγή: ertnews.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ