Μεγάλα deals σε τρόφιμα και σούπερ μάρκετ

Μεγάλα deals σε τρόφιμα και σούπερ μάρκετ

Της Ξανθής Γούναρη

Το 2025 έκλεισε με ιστορική συγκομιδή εξαγορών και συγχωνεύσεων για τον κλάδο των τροφίμων, ποτών και οργανωμένου λιανεμπορίου. Συνολικά 36 συμφωνίες ολοκληρώθηκαν μέσα στη χρονιά, με τις τράπεζες και τις συμβουλευτικές εταιρείες να προβλέπουν ότι η δυναμική θα συνεχιστεί και το 2026.

Η μεγαλύτερη συναλλαγή της χρονιάς ήταν η απόκτηση από την Coca-Cola HBC του 75% της Coca-Cola Beverages Africa έναντι 2,6 δισ. δολαρίων. Παράλληλα, ιστορικές μάρκες άλλαξαν ιδιοκτήτη: η Ideal Holdings εξαγόρασε την Μπάρμπα Στάθης έναντι 130 εκατ. ευρώ, τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία της οικογένειας Σαράντη πήραν τη Δωδώνη για 200-205 εκατ. ευρώ, ο όμιλος Υφαντής απέκτησε την Π.Γ. Νίκας, ενώ η Cavino προχώρησε στην εξαγορά της οινοποιίας Κουρτάκη.

Τα μεγάλα deals που έρχονται

Για τη νέα χρονιά οι πηγές της αγοράς εντοπίζουν τέσσερις κατηγορίες συναλλαγών: εξαγορές μικρότερων εταιρειών από μεγάλους ομίλους για επέκταση χαρτοφυλακίου, στρατηγικές συνεργασίες μικρομεσαίων επιχειρήσεων με funds και family offices, έξοδο επενδυτικών ταμείων λόγω λήξης κύκλου ζωής και αναγκαστικές πωλήσεις επιχειρήσεων που χρειάζονται κεφαλαιακή ενίσχυση.

Η σημαντικότερη συμφωνία αναμένεται να είναι η απορρόφηση της ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός από τη Δ. Μασούτης. Η συναλλαγή, που αφορά πωλήσεις περίπου 800 εκατ. ευρώ, θα εκτοξεύσει τον τζίρο της αλυσίδας πάνω από 1,8 δισ. ευρώ και κοντά στα 2 δισ., φέρνοντάς τη δίπλα στη Lidl, που κατέχει σήμερα τη δεύτερη θέση. Το τίμημα εκτιμάται στα 110-120 εκατ. ευρώ και η οριστική συμφωνία αναμένεται στις αρχές του 2026.

Στον κλάδο ιχθυοκαλλιεργειών, η διάσωση της Avramar προχωρά σε δύο μέτωπα: από τη μία ο προτιμητέος επενδυτής Aqua Bridge, αραβικών συμφερόντων, με τον οποίο υπάρχει δεσμευτική συμφωνία, από την άλλη η καναδική Cooke, που συνεχίζει να βελτιώνει την προσφορά της. Το τίμημα θα ξεπεράσει τα 150 εκατ. ευρώ.

Η Ideal Holdings ετοιμάζει ήδη νέα κίνηση μετά την Μπάρμπα Στάθης. Ο Λάμπρος Παπακωνσταντίνου έχει αποκαλύψει ότι βρίσκονται σε συζητήσεις με εταιρείες παρεμφερούς αντικειμένου, με τη Ροδούλα, εταιρεία κατεψυγμένης ζύμης και γλυκισμάτων, να φιγουράρει ψηλά στη λίστα.

Τα exits των funds

Το 2026 αναμένονται ρευστοποιήσεις συμμετοχών από funds που επένδυσαν το 2018-2020. Η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης, που ανήκει στο fund Diorama Ι, είναι μία περίπτωση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Vivartia, όπου το CVC έχει ξεκινήσει στρατηγικές αποεπενδύσεις. Η Ελληνική Ζύμη μπορεί να φτάσει την αποτίμηση των 400 εκατ. ευρώ που επιδιώκει το fund, ενώ περίπου το ίδιο ποσό αναζητείται και για τη ΔΕΛΤΑ.

Γιατί οι επενδυτές στρέφονται στα τρόφιμα

Σε ένα περιβάλλον όπου οι πληθωριστικές πιέσεις αποκλιμακώνονται σταδιακά, οι αποτιμήσεις των επιχειρήσεων επανέρχονται σε λογικά επίπεδα, δημιουργώντας το κατάλληλο κλίμα για επενδυτικές κινήσεις. Ο εγχώριος κλάδος τροφίμων και ποτών, παρότι χαρακτηρίζεται ως “βραδύκαυστος” σε σχέση με τεχνολογικές εταιρείες ή τον ενεργειακό τομέα που προσφέρουν εντυπωσιακές αποδόσεις, βρίσκεται πλέον στην κορυφή των προτεραιοτήτων των επενδυτών.

Το κυριότερο ατού του κλάδου είναι η ανελαστική ζήτηση. Τα τρόφιμα αποτελούν αναγκαία δαπάνη ανεξαρτήτως οικονομικών συνθηκών, εξασφαλίζοντας σταθερές και προβλέψιμες ταμειακές ροές. 

Παράλληλα, το growth story της ελληνικής οικονομίας αποτελεί καταλύτη, τοποθετώντας τις εγχώριες επιχειρήσεις του κλάδου στο “οπτικό πεδίο” μεγάλων διεθνών funds και στρατηγικών επενδυτών.

Οι εξαγωγικές προοπτικές αποτελούν ακόμα έναν πυλώνα ελκυστικότητας. Η απήχηση της μεσογειακής διατροφής διεθνώς και η φήμη των ελληνικών προϊόντων ανοίγουν πόρτες σε νέες αγορές. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων και ζωντανών ζώων αυξήθηκε κατά 73% την περίοδο 2019-2024, φτάνοντας τα 8,26 δισ. ευρώ το 2024 – το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το 2025, καθώς για την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 ο κλάδος των τροφίμων κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτες τιμές, σημειώνοντας άνοδο κατά 688,6 εκατ. ή 10,2%. Από το 2002 έως το 2024 οι εξαγωγές τροφίμων σχεδόν τετραπλασιάστηκαν (από 2,1 δισ. ευρώ σε πάνω από 8,2 δισ.). Η ισχυρή άνοδος μετά το 2020 δείχνει την αυξημένη ζήτηση για τα ελληνικά προϊόντα, όπως ελαιόλαδο, φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά και προϊόντα ΠΟΠ.

Η κλιματική κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις αναδεικνύουν σε μείζον το ζήτημα της επισιτιστικής ασφάλειας, δίνοντας πρόσθετη αξία σε επιχειρήσεις που ελέγχουν παραγωγικές αλυσίδες τροφίμων. Ταυτόχρονα, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη του τουρισμού –της “βαριάς βιομηχανίας” της χώρας– τροφοδοτεί τη ζήτηση για ποιοτικά ελληνικά προϊόντα.

Σημαντικός παράγοντας είναι επίσης το περιθώριο περαιτέρω συγκέντρωσης. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, στην Ελλάδα ελάχιστες κατηγορίες τροφίμων και ποτών κυριαρχούνται από εταιρείες με δεσπόζουσα θέση. Αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για Ε&Σ, που θα οδηγήσουν σε οικονομίες κλίμακας και αύξηση του μεριδίου αγοράς.

Τέλος, η καινοτομία που ενσωματώνει η ελληνική βιομηχανία δημιουργεί προστιθέμενη αξία και ενισχύει την “όρεξη” των επενδυτών, που βλέπουν δυνατότητες για σημαντικές υπεραξίες.


 

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ