Λίγες ημέρες μετά την τραγωδία, το παγωμένο τοπίο στα Βαρδούσια άρχισε να «μιλά». Τα σημάδια στο χιόνι, η μορφολογία της πλαγιάς και η αλληλουχία των κινήσεων συνέθεσαν σταδιακά την εικόνα των τελευταίων στιγμών των τεσσάρων ορειβατών, όπως αποτυπώνεται στην αναλυτική έκθεση της εθελοντικής ομάδας οδηγών βουνού, ορειβατών και στελεχών εκπαίδευσης της Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας Αναρρίχησης.
Μέλη της Ομοσπονδίας βρέθηκε στην περιοχή στις 26 Δεκεμβρίου 2025 και συμμετείχαν στην επιχείρηση εντοπισμού και ανάσυρσης των θυμάτων, επιχειρεί να ανασυνθέσει με τεχνική ακρίβεια τα γεγονότα που οδήγησαν στη χιονοστιβάδα και στον θάνατό τους.
Στο δεύτερο μέρος της έκθεσης, η ομάδα περιγράφει αναλυτικά το φαινόμενο ως χιονοστιβάδα πλάκας:
«Η χιονοστιβάδα ήταν κατηγορίας πλάκας (slab avalanche)», με κορώνα «περίπου 400 μέτρα» και καταστροφική ισχύ που την κατατάσσει στο επίπεδο «D3», δηλαδή ικανή «να θάψει αυτοκίνητο, να καταστρέψει ξύλινο σπίτι ή να σπάσει μερικά δέντρα».
Παγίδα τερέν η μορφολογία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μορφολογία της πλαγιάς, η οποία λειτούργησε ως παγίδα τερέν:
«Όλα τα συντρίμμια διοχετεύτηκαν, συγκεντρώθηκαν και πιέστηκαν στον κεντρικό τομέα της αμφιθεατρικής πλαγιάς», με το λούκι να «δρα σαν παγίδα τερέν (terrain trap) πολλαπλασιάζοντας τις συνέπειες για τα θύματα».
Η έκθεση εντοπίζει την κύρια αιτία όχι στο ύψος του χιονιού, αλλά στη δομή της χιονομάζας. Όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα:
«Η πλαγιά χιονιού πριν τον Μέγα Κάμπο παρουσίαζε μια πολύπλοκη διαστρωμάτωση με πολλαπλά αδύναμα στρώματα ανάμεσα από κρούστες, τοποθετημένα πάνω από ένα παγωμένο υπόστρωμα».
Τα αδύναμα αυτά στρώματα αποτελούνταν από «γωνιώδεις κρυστάλλους (facets)», οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως «επικίνδυνα αδύναμα στρώματα».
Καθοριστικό σημείο της ανάλυσης είναι το πώς πυροδοτήθηκε η χιονοστιβάδα. Η έκθεση είναι σαφής:
«Εκτιμάται ότι όταν άρχισαν να ανηφορίζουν την πλαγιά, σε χαμηλό σημείο της, πυροδότησαν τη χιονοστιβάδα».
Η πυροδότηση προήλθε από «κατάρρευση του αδύναμου στρώματος λόγω άσκησης πίεσης από το βάρος τους», η οποία στη συνέχεια «εξαπλώθηκε σε όλη τη πλαγιά».
Το γεγονός ότι οι ορειβάτες πυροδότησαν τη χιονοστιβάδα από χαμηλά τεκμηριώνεται και από τα ευρήματα στο πεδίο. Όπως σημειώνεται:
«Βρέθηκαν όλοι πολύ κοντά μεταξύ τους», ενώ «μικρά αντικείμενα όπως γυαλιά, καπέλα και σκουφιά» εντοπίστηκαν δίπλα τους, στοιχείο που δείχνει ότι «δεν είχαν διανύσει μεγάλη απόσταση παράσυρσης». Επιπλέον, «το σημείο εύρεσής τους ήταν περίπου στη μέση των συντριμμιών», κάτι που δεν θα ίσχυε αν είχαν πυροδοτήσει τη χιονοστιβάδα ψηλότερα.
Τέλος, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η τραγωδία συνέβη σε οριακή κλίση πλαγιάς, περίπου 27–29 μοιρών, επισημαίνοντας πως:
«Η κλίση είναι οριακή για τη δημιουργία χιονοστιβάδας αλλά η ιδιαιτερότητα του αδύναμου στρώματος και το παγωμένο υπόστρωμα ενίσχυσαν και επηρέασαν το τελικό αποτέλεσμα».
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: στα ελληνικά βουνά, όπου απουσιάζει οργανωμένο δελτίο χιονοστιβάδων, η γνώση της χιονομάζας, η ανάγνωση του τερέν και η εκπαίδευση στη διαχείριση κινδύνου δεν αποτελούν πολυτέλεια αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου. Η συγκεκριμένη τραγωδία δείχνει πώς ένας συνδυασμός φυσικών παραγόντων και ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς εμφανή προειδοποιητικά σημάδια στο πεδίο, μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα. «Η γνώση του κινδύνου των χιονοστιβάδων είναι καθοριστική για τη πρόληψη και την ασφαλή κίνηση στο βουνό», ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου, όπως σημειώνεται ρητά, «υπάρχει απουσία οργανωμένου δελτίου χιονοστιβάδων».
Η έκθεση:

Πηγή: in.gr





