Μια ανθεκτική στα φάρμακα παραλλαγή του μύκητα Candida auris παρουσιάζει αυξημένη λοιμογόνο δύναμη και εξαπλώνεται ραγδαία σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με νέα επιστημονική ανασκόπηση που προειδοποιεί για τους κινδύνους.
Οι μυκητιασικές λοιμώξεις πλήττουν εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο και συνδέονται με ποσοστά θνησιμότητας άνω του 50%, ακόμη και όταν εφαρμόζεται αντιμυκητιασική αγωγή. Ο συγκεκριμένος μύκητας μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρες επιπλοκές, ιδίως σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Ο Candida auris εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2009 στον ακουστικό πόρο ασθενούς στην Ιαπωνία και μέσα σε λίγα χρόνια εξαπλώθηκε σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ινδία, όπου το 2014 αναγνωρίστηκε ως σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία.
Η πρόσφατη ανασκόπηση αποκαλύπτει μοναδικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στον μύκητα να διαδίδεται ταχύτατα. Έχει ήδη εντοπιστεί σε τουλάχιστον 61 χώρες, σε έξι ηπείρους, προκαλώντας ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα.
Επικίνδυνη αντοχή και εύκολη μετάδοση
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο Candida auris αποκτά γρήγορα αντοχή στα φάρμακα χάρη στην ικανότητά του να μεταβαίνει από μορφή ζύμης σε μορφή νηματοειδών δομών. Διαθέτει επίσης πρωτεΐνες στο κυτταρικό του τοίχωμα που του επιτρέπουν να προσκολλάται στο ανθρώπινο δέρμα «σαν κόλλα» και να το αποικίζει.
«Η αποίκιση του δέρματος από την C. auris αποτελεί σοβαρό ιατρικό ζήτημα, καθώς οι ασθενείς μπορεί να διευκολύνουν τη μετάδοση της C. auris, τόσο εντός όσο και μεταξύ νοσοκομείων», επισημαίνει η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Microbiology and Molecular Biology Reviews.
Ο μύκητας διαθέτει επίσης «αντλίες εκροής» στην κυτταρική του μεμβράνη, που απομακρύνουν τα αντιμυκητιασικά φάρμακα πριν αυτά δράσουν. Παράλληλα, τα κύτταρά του σχηματίζουν βιοϋμένια (βιοφίλμ) πάνω σε επιφάνειες, καθιστώντας δυσκολότερη τη διείσδυση των φαρμάκων.
Συναγερμός από τους επιστήμονες
Η μελέτη αναφέρει ότι δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί αν υπάρχουν και άλλοι μηχανισμοί αντοχής του μύκητα. «Η διάγνωση των λοιμώξεων από C. auris συχνά παρεμποδίζεται από λανθασμένη ταυτοποίηση, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερήσεις στην έναρξη της κατάλληλης αντιμυκητιασικής θεραπείας», εξηγούν οι ερευνητές.
Όπως επισημαίνουν, «τα δεδομένα υπογραμμίζουν την ανάγκη ανάπτυξης νέων αντιμυκητιασικών παραγόντων ευρέος φάσματος, τη βελτίωση των διαγνωστικών εξετάσεων και την προώθηση ανοσολογικών ή εμβολιαστικών συμπληρωματικών προσεγγίσεων για τη θεραπεία ασθενών υψηλού κινδύνου», σύμφωνα με τον Independent.
Η ανασκόπηση καλεί τις αρχές να ενισχύσουν την επιτήρηση των μυκητιασικών νοσημάτων, ιδιαίτερα σε χώρες με περιορισμένους πόρους. Τρία νέα φάρμακα βρίσκονται ήδη σε κλινικές δοκιμές και θα μπορούσαν στο μέλλον να προσφέρουν αποτελεσματική θεραπεία. Μέχρι τότε, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι απαιτείται επαγρύπνηση και διεθνής συνεργασία για τον περιορισμό της εξάπλωσης του Candida auris.
Πηγή: tanea.gr





