Η Diane Morgan βρέθηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Όσοι παρακολουθήσαμε όσα είπε εκείνη τη βραδιά –αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα είπε– δύσκολα θα αποφεύγαμε να χαρακτηρίσουμε την εμπειρία αμήχανη, σχεδόν ισάξια με το να σε «παίρνει συνέντευξη» η Philomena.
Του Αλέξανδρου Ρωμανού Λιζάρδου
Όταν δεν γνωρίζεις αν ο καλεσμένος ενός talk μιλά ως ο εαυτός του ή ως ένας ρόλος, αν είναι ντόμπρος ή κατασκευασμένος, αν έχει βάθος ή απλώς παίζει με τις προσδοκίες, τότε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «αντικείμενο» και τους «ψυχαγωγούμενους» παύει να είναι σαφής. Γίνεται θολή, διαμεσολαβημένη από μια περφόρμανς που δεν δηλώνεται. Και όταν αυτός ο ρόλος δεν κατονομάζεται ρητά, η εμπειρία μετατοπίζεται: δεν παρακολουθείς πλέον μια συζήτηση· συμμετέχεις, άθελά σου, σε μια άβολη performance.
Κάπως έτσι ένιωσα παρακολουθώντας τη Diane Morgan στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σε μια αταξινόμητη, συχνά ασύνδετη συζήτηση με την ευγενέστατη και υπομονετικότατη Αφροδίτη Παναγιωτάκου (σ.σ. πραγματικά θαύμασα την αντοχή της). Η αμηχανία της βραδιάς ήταν αντίστοιχη με το να βλέπεις σε κοντινό πλάνο τη Lily Allen να προσπαθεί να συγκρατηθεί σε συνέδριο για την καλή αγωγή και τους τρόπους στη σύγχρονη Αγγλία.

Δεν γέλασα με την καρδιά μου. Αντιθέτως, ένιωσα αμήχανα απέναντι στην –οριακά μπρουτάλ– έλλειψη πηγαίας ευγένειας προς ένα θερμό και δεκτικό ακροατήριο. Αναγνώρισα, ωστόσο, το ταλέντο της Morgan να απαντά γρήγορα, ειλικρινά και χωρίς φίλτρα, με μια ταχύτητα που της προσέδιδε σαφές επικοινωνιακό πλεονέκτημα.
Η πρώτη αίσθηση της βραδιάς ήταν ένα κράμα σύγχυσης και προβληματισμού: στη σκηνή βρισκόταν η ίδια η Diane ή ο ρόλος της Philomena Cunk; Όταν δεν ξέρεις αν ο συνομιλητής σου είναι αυθεντικός ή υποδύεται έναν χαρακτήρα, η υποτιθέμενη εκ βαθέων συζήτηση μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο meet and greet καθήμενων θεατών, με διάλογο που καταλήγει στο «να ’χαμε να λέγαμε». Η επίγευση της βραδιάς έμοιαζε με πρωινό από ξινόμουρο πάνω σε κρακεράκι με ρέγγα και πικρό καφέ, σερβιρισμένο από έναν Βίκινγκ βοσκό του Βορρά που προσπαθεί να συμμορφωθεί με τους καλούς τρόπους της δυτικής κοινωνίας, διατηρώντας όμως ένα μόνιμο «ζαμανφού» στο attitude.
Η Αφροδίτη Παναγιωτάκου κρατούσε αξιοθαύμαστη ισορροπία, επιχειρώντας να διασώσει στοιχειώδη ροή και κομψότητα μέσα σε πνιγηρές σιωπές και μισοκομμένες απαντήσεις –άλλοτε διασκεδαστικές, άλλοτε απλώς αμήχανες. Η Morgan έμοιαζε συχνά να μην επιθυμεί να είναι αρεστή, σαν να αντλούσε ασφάλεια από το κέλυφος του «είμαι αυτή που είμαι και οι υπόλοιποι να προσαρμοστούν». Σαν να μην ένιωθε άνετα σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ίδια και στο έργο της, ίσως επειδή ακόμη –παρά την επιτυχία της– δεν είναι βέβαιη αν της αξίζει το «μπράβο».
«Μου αρέσει να κάνω τους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα», είπε κάποια στιγμή. Εκεί ξεκαθαρίστηκε κάτι θεμελιώδες: το άβολο δεν είναι απλώς εργαλείο στη φαρέτρα της· είναι στάση ζωής. Όμως, όπως λέει και η λαϊκή σοφία, «η αλήθεια χωρίς τρόπο γίνεται αγένεια». Ο κυνισμός δεν είναι πάντα λυτρωτικός· όταν υπερβαίνει το μέτρο, δεν οξύνει τη σκέψη – τη μουδιάζει. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε πειράζω για να δούμε κάτι» και στο «σε αφήνω χωρίς οξυγόνο για να νιώσω άνετα εγώ».

Σε αυτό το σημείο αξίζει να διευκρινιστεί το πλαίσιο της κριτικής. Η Diane Morgan είναι γνωστή κυρίως από τον χαρακτήρα της Philomena Cunk, μιας ψευδο-δημοσιογράφου που σατιρίζει όχι τη γνώση, αλλά την έπαρσή της. Το κωμικό της μεγαλείο προκύπτει ακριβώς επειδή ο ρόλος είναι σαφής. Το πρόβλημα της συγκεκριμένης βραδιάς ήταν ότι αυτή η σαφήνεια απουσίαζε. Η Morgan, τουλάχιστον βάσει της εμπειρίας μας, δεν ξεκαθάρισε ποτέ αν μιλούσε ως δημιουργός ή ως κατασκεύασμα.
Η ίδια έχει δηλώσει ότι όταν υποδύεται τη Philomena νιώθει πως είναι ο πραγματικός της εαυτός, απαλλαγμένος από κοινωνικές δεξιότητες. Ο ρόλος λειτουργεί ως ταυτόχρονα καθρέφτης και μάσκα. Όμως μια φιλοσοφία ζωής δεν αρκεί να είναι άρνηση· χρειάζεται στάση. Αυτό που ζήσαμε έμοιαζε περισσότερο με επικοινωνιακή ακινησία: μια επί τούτου αμετακίνητη στάση που δεν οδηγεί σε στοχασμό, αλλά σε πείσμα.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, υπήρξαν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις –όπως η διάκριση ανάμεσα στο χιούμορ και το αστείο– που όμως έμειναν στη διατύπωση, όχι στην επεξεργασία. Το ίδιο συνέβη και με τις εξομολογήσεις περί εύθραυστης αυτοπεποίθησης: ειπώθηκαν, αλλά δεν εμβαθύνθηκαν. Το μπέρδεμα ρόλων επανήλθε. Η Philomena μπορεί να παίζει με τη βλακεία· η Diane, όμως, όταν μιλά ως Diane, οφείλει να ξεκαθαρίζει ποια φωνή ακούμε.
Η Morgan δήλωσε ότι εγκατέλειψε το stand-up γιατί το έβρισκε περιοριστικό, προτιμώντας τον αυτοσχεδιασμό. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: λειτουργεί ο αυτοσχεδιασμός όταν το κοινό δεν έχει έρθει για να γίνει μέρος ενός πειράματος, αλλά για να συνομιλήσει;
Η πιο ανθρώπινη στιγμή της βραδιάς ήρθε απροσδόκητα, όταν ένα σχόλιο από το κοινό την αιφνιδίασε και την έκανε να γελάσει πραγματικά. Για λίγα δευτερόλεπτα, η Philomena υποχώρησε και φάνηκε η Diane – όχι για να πει κάτι ουσιαστικό, αλλά για να μοιραστεί ένα αυθόρμητο γέλιο. Κι αυτό, ειρωνικά, ήταν το πιο ειλικρινές σημείο της βραδιάς.
Φεύγοντας, έμεινα με την αίσθηση ότι είδα μια Diane Morgan περισσότερο εγκλωβισμένη στον ρόλο της παρά έναν καλλιτέχνη με διάθεση εξερεύνησης. Το χιούμορ της εκμαιεύει αλήθειες μέσα από τη δυσφορία· χωρίς όμως το προστατευτικό πλαίσιο του ρόλου, αυτή η στρατηγική αφήνει τον θεατή μετέωρο.
Το χιούμορ δεν είναι μόνο διασκέδαση· είναι τρόπος κατανόησης και ίασης. Εκείνο το βράδυ, η κατανόηση προέκυψε περισσότερο από τις ρωγμές παρά από τις απαντήσεις – και, δυστυχώς, για τους λάθος λόγους.
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





