Η διαδρομή του Ζοζέ Μπότο μοιάζει με σενάριο διεθνούς ποδοσφαιρικού ντοκιμαντέρ: από τα γραφεία της Τούμπας και τον ΠΑΟΚ, στον οποίο υπηρέτησε ως τεχνικός διευθυντής, μέχρι το Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου από τον Δεκέμβριο του 2024 κρατά τα κλειδιά της Φλαμένγκο. Και μόλις λίγους μήνες αργότερα, είδε την ομάδα του να σηκώνει το Copa Libertadores, στον τελικό απέναντι στην Παλμέιρας του… επίσης πρώην προπονητή του ΠΑΟΚ, Άμπελ Φερέιρα.
Ο Μπότο, στη συνέντευξή του στο Calcio e Finanza, αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή το μέγεθος του βραζιλιάνικου συλλόγου:
«Τίποτα δεν σε προετοιμάζει πραγματικά για αυτό που είναι η Φλαμένγκο», σημειώνει, παρομοιάζοντας ακόμη και τη Μπενφίκα των έξι εκατομμυρίων φιλάθλων ως μικρότερη εμπειρία σε σχέση με το εύρος, την ένταση και την κοινωνική διάσταση της «Mengão».
Η περιγραφή του ενός επεισοδίου σε μακρινό αγώνα Κυπέλλου στο Σαο Λουΐς ντο Μαρανιάο είναι χαρακτηριστική: άφιξη στις 1 το πρωί, όμως ολόκληρη η πόλη στους δρόμους, με το πούλμαν καθηλωμένο για 45 λεπτά μέσα σε ένα ποτάμι κόσμου. «Η Φλαμένγκο δεν είναι μόνο το Ρίο· είναι όλη η Βραζιλία», σχολιάζει.
Ο ίδιος δεν κρύβει ότι η αγάπη συνοδεύεται από πίεση: «Όταν κερδίζεις, η ενθουσιασμός είναι τεράστιος. Όταν χάνεις, η πίεση γίνεται ασφυκτική».
Η πίεση εντάθηκε ακόμη περισσότερο σε μια σεζόν με πάνω από 65 παιχνίδια, συχνά με μεγάλα ταξίδια, υψόμετρο και περιβάλλοντα που δεν συναντώνται στην Ευρώπη.
Οι οπαδοί της Φλαμένγκο, όπως δηλώνει ο Μπότο, θα διάλεγαν χωρίς δεύτερη σκέψη το Libertadores αντί του πρωταθλήματος. Το τρόπαιο αυτό έχει συναισθηματικό βάρος μεγαλύτερο και από το Champions League για τους Ευρωπαίους.
Στον τελικό, λοιπόν, απέναντι στην Παλμέιρας του Άμπελ Φερέιρα —με τον οποίο ο Μπότο είχε παράλληλους δρόμους στην Ελλάδα— η Φλαμένγκο έγραψε ιστορία κατακτώντας το τέταρτο τρόπαιο της.
Ο Μπότο εξηγεί πως η Φλαμένγκο πέρασε από μια περίοδο σοβαρών οικονομικών προβλημάτων σε ένα πλήρως εξυγιασμένο μοντέλο, όπου πλέον λειτουργεί «σαν ευρωπαϊκός σύλλογος».
Τα οικονομικά στοιχεία που παρουσιάζει ο Μπότο είναι ενδεικτικά:
26,4% των εσόδων προέρχονται από πωλήσεις παικτών,
26% από χορηγίες,
25% από τηλεοπτικά δικαιώματα,
12% από matchday.
Με συνολικό προϋπολογισμό που για το 2025 αγγίζει τα 350 εκατ. ευρώ, και με μεγάλες χορηγικές συμφωνίες συμφωνίες, ο σύλλογος έχει δημιουργήσει μια σταθερή οικονομική βάση που του επιτρέπει να ανταγωνίζεται ευρωπαϊκές ομάδες.
«Σήμερα η Φλαμένγκο θα μπορούσε να κρατήσει παίκτες ακόμη και απέναντι σε ευρωπαϊκές προτάσεις», υπογραμμίζει. «Το ζήτημα δεν είναι τα χρήματα — είναι η φιλοδοξία του ίδιου του παίκτη».
Ο Μπότο πιστεύει ότι ο τακτικός εκσυγχρονισμός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου έχει επιταχυνθεί, χάρη τόσο σε ξένους προπονητές όσο και σε μια νέα γενιά Βραζιλιάνων. Εκτιμά ότι τεχνικοί επιπέδου Ρομπέρτο Ντε Τζέρμπι «θα μπορούσαν πλέον να εργαστούν στη Βραζιλία», ενώ επισημαίνει πως ο μεγάλος στόχος τώρα είναι οργανωτικός: καλύτερη δομή, καλύτερες ώρες διεξαγωγής αγώνων, καλύτερη «πώληση» του προϊόντος στην Ευρώπη.
Η εμπειρία του στον ΠΑΟΚ —όπου εδραίωσε μοντέλα scouting, οργάνωσης και λειτουργίας— υπήρξε για τον Μπότο καθοριστικό πέρασμα πριν αναλάβει έναν κολοσσό όπως η Φλαμένγκο.
Και η κατάκτηση της Λιμπερταδόρες, απέναντι στον Άμπελ Φερέιρα, ήταν ένα ιδιότυπο ραντεβού της πορτογαλικής σχολής που πέρασε από την Ελλάδα για να θριαμβεύσει στη Βραζιλία.
Ένα ταξίδι που δείχνει πώς το ποδόσφαιρο μπορεί να γεφυρώσει ηπείρους, ιστορίες και ανθρώπους — και να δημιουργήσει αφηγήσεις που αξίζουν να γραφτούν στην πρώτη σελίδα.
Πηγή: in.gr





