Ελληνική οικονομία: Γιατί η Ελλάδα, χάνει σε μισθούς, επενδύσεις και αποταμίευση –

Wall Street: Άνοδος Nasdaq παρά τις απώλειες του Νοεμβρίου

Για ακόμα μια φορά τα στοιχεία της Eurostat αποδεικνύουν οτι η Ελλάδα έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να επιτύχει την πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη. Τα στοιχεία δείχνουν οτι η Ελλάδα την τελευταίας 20ετίας είναι μαζί με την Ιταλία η αρνητική εξαίρεση στον κανόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Eurostat δείχνει οτι ενώ το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών της ΕΕ αυξήθηκε κατά περίπου 22%, στην Ελλάδα μειώθηκε κατά περίπου 5%. Η εξήγηση θα μπορούσε να είναι οτι τα στοιχεία είναι αποτέλεσμα της δημοσιονομικής κρίσης που πέρασε η Ελλάδα.

Η συνδυαστική ανάλυση ωστόσο των στοιχείων που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat για το εισόδημα, την αποταμίευση και τις επενδύσεις, δείχνουν οτι η Ελλάδα είναι ουραγός σε όλες τις κατηγορίες. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι οτι αντίστοιχη είναι η εικόνα οχι μόνο σε βάθος 20ετίας, αλλά και σε επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.

Παρά το γεγονός οτι ελληνική οικονομία των τελευταίων ετών κινήθηκε σε τροχιά συνολικής ανάκαμψης, με την αύξηση του ΑΕΠ, την ενίσχυση των επενδύσεων και την υποχώρηση της ανεργίας να δημιουργούν ένα περιβάλλον σταθερότητας που αποτυπώνεται στους μακροοικονομικούς δείκτες, η εικόνα αυτή δεν αποτυπώνεται αντίστοιχα και στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία της Eurostat για το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα και για την αποταμιευτική συμπεριφορά αναδεικνύουν μια περίοδο κατά την οποία η ονομαστική πρόοδος συνυπάρχει με περιορισμένη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και με συνεχιζόμενη πίεση στην χρηματοοικονομική αντοχή των πολιτών.

Η σύγκριση με την ευρωπαϊκή πορεία είναι χαρακτηριστική. Η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας σε αυτούς τους τομείς δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά αποτελεί και το σημείο εκκίνησης της περιόδου 2019 – 2024. Είναι ενδεικτικό οτι σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι χώρες που επηρεάστηκαν από την οικονομική κρίση όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν καταφέρει να ανακτήσουν τη δυναμική τους, γεγονός που σημαίνει οτι η Ελλάδα και την τελευταία πενταετία διατηρεί σημαντική απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η πορεία του πραγματικού εισοδήματος την περίοδο 2019–2024

Η πανδημία του 2020 προκάλεσε μια προσωρινή μεταβολή στην οικονομική συμπεριφορά. Μεγάλο μέρος της κατανάλωσης περιορίστηκε λόγω των υγειονομικών περιορισμών, οδηγώντας σε αύξηση της αποταμίευσης σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η Ελλάδα ακολούθησε εν μέρει αυτή την τάση, αλλά η επίδραση είχε μικρή διάρκεια. Από το 2021, ο καλπασμός των τιμών της ενέργειας και η κατακόρυφη άνοδος τους πληθωρισμού στα βασικά αγαθά, προκάλεσαν ασφυκτική πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Το 2022 ο πληθωρισμός τροφίμων έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, απομειώνοντας ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη, ακόμη και σε συνθήκες ονομαστικών αυξήσεων των αμοιβών.

Το 2023 και το 2024 η επιβράδυνση του πληθωρισμού σταθεροποίησε την εικόνα, χωρίς όμως να οδηγήσει σε σημαντική ανάκαμψη του πραγματικού εισοδήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα, με επίπεδα που αντιστοιχούν περίπου στο 65%–67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το χάσμα αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ονομαστική αύξηση των εισοδημάτων δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.

Αναιμική αποταμίευση

Ο δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών αποτελεί κρίσιμο μέτρο της οικονομικής αντοχής και της δυνατότητας προσαρμογής σε περιόδους μεγάλης μεταβλητότητας. Στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα είναι διαχρονικά ασθενική. Η Eurostat καταγράφει διαρκώς αρνητικούς ρυθμούς αποταμίευσης, μια συνθήκη που σπάνια εμφανίζεται σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 2022 ο δείκτης διαμορφώθηκε περίπου στο -4%, υποδηλώνοντας ότι τα νοικοκυριά δαπάνησαν περισσότερα από το καθαρό διαθέσιμο εισόδημά τους. Η τάση αυτή συνεχίστηκε το 2023 και το 2024, καθώς η χαμηλή αγοραστική δύναμη δεν βοηθά για να δημιουργήσει αρκετό απόθεμα.

Η αντίθεση με την ευρωζώνη είναι σαφής. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, ο μέσος δείκτης αποταμίευσης των νοικοκυριών στην ευρωζώνη ανήλθε σε 15,5% επί του διαθέσιμου εισοδήματος, μια από τις υψηλότερες επιδόσεις της τελευταίας δεκαετίας. Η απόκλιση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντικατοπτρίζει την καλύτερη σχέση μεταξύ εισοδήματος και δαπανών στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η αποταμίευση λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης των οικονομικών και κοινωνικών κραδασμών. Στην Ελλάδα, η χαμηλή βάση και η επίμονη πίεση των τιμών περιορίζουν αυτή τη δυνατότητα.

Η αρνητική αποταμίευση έχει άμεσο χρηματοοικονομικό αντίκτυπο. Η καθαρή χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών παραμένει στάσιμη την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με τους τομεακούς λογαριασμούς της Eurostat.

Επενδυτική δυνατότητα

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν έντονη επενδυτική άνοδο για την περίοδο 2021 – 2024, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους κοινοτικούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Το επίπεδο των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε αισθητά και πλησίασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Ωστόσο, η τάση αυτή δεν μεταφράστηκε σε ανάλογη ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής των νοικοκυριών. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών δεν βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς μεγάλο μέρος των επενδύσεων σχετίζεται με δημόσιες ή κοινοτικές δαπάνες και με επαγγελματικού τύπου επενδύσεις, όχι με τη δυνατότητα αποταμίευσης.

Η σύγκριση με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι ενδεικτική. Σε αυτές, η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος την τελευταία εικοσαετία, είναι από 50% έως και πάνω από 100% και συνδυάστηκε με σταθερά θετική αποταμίευση, επιτρέποντας στα νοικοκυριά να δημιουργήσουν αποθέματα και να ενισχύσουν τη χρηματοοικονομική τους θέση. Η ελληνική οικονομία δεν ακολούθησε αντίστοιχη τροχιά, παραμένοντας εκτεθειμένη σε διακυμάνσεις των τιμών και σε κρίσεις ρευστότητας.

Επιπλέον, η κατανάλωση στην Ελλάδα παραμένει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. ως προς το ΑΕΠ. Στην Ελλάδα είναι πάνω από 70%, έναντι περίπου 55% που είναι ο μέσος όρος Ε.Ε. Η υψηλή κατανάλωση αποτελεί ένδειξη ζήτησης, αλλά όταν συνδυάζεται με αρνητική αποταμίευση, αντανακλά περιορισμένες αντοχές για τα νοικοκυριά.

Τα στοιχεία για την πενταετία 2019 – 2024 δεν αναιρούν την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας. Αναδεικνύουν, όμως, ότι η πρόοδος αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ουσιαστική ενίσχυση της οικονομικής θέσης των νοικοκυριών. Το πραγματικό εισόδημα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η αποταμιευτική συμπεριφορά δεν έχει επανέλθει σε θετικό έδαφος και η χρηματοοικονομική αντοχή κινείται σε χαμηλά επίπεδα.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ